Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσφιλής

Ἐὰν ᾖς φιλομαθής, ἔσει πολυμαθής -> If you are studious, you will become learned.
Isocrates, 1.18
Full diacritics: προσφιλής Medium diacritics: προσφιλής Low diacritics: προσφιλής Capitals: ΠΡΟΣΦΙΛΗΣ
Transliteration A: prosphilḗs Transliteration B: prosphilēs Transliteration C: prosfilis Beta Code: prosfilh/s

English (LSJ)

ές, (φιλέω)

   A dear, beloved, τῶν ἡλίκων . . προσφιλεστάτῳ Hdt.1.123, cf. Th.5.40: c. dat., dear or friendly to . ., Hdt.1.163, S.Ichn.78, Pl.Grg.507e, etc.: of things, pleasing, agreeable, ἔργον θεοῖσι π. A.Th.580; στολή, χάρις, S.Ph.224 (Sup.), 558; πάσαις ἡλικίαις . . ἡ χρῆσις αὐτῆς (sc. τῆς μουσικῆς) ἐστὶ π. Arist.Pol.1340a5; π. ἑκάστῳ . . τὸ κατὰ φύσιν Id.HA590a10; τῇ αἰσθήσει Thphr.Od.45; also of actions, lovely, ὅσα π. Ep.Phil.4.8. Adv. -λῶς agreeably, c. dat., OGI331.9 (Pergam., ii B.C.).    II Act., of persons, kindly affectioned, well-disposed, ὥς μ' ἔθεσθε προσφιλῆ S.Ph.532, cf. Th.1.92, 7.86. Adv. -λῶς kindly, S.El.442, Pl.Lg.822b; π. ἡμῖν ἔχειν to be kindly affectioned to us, X.HG2.3.44; π. χρῆσθαί Id.Mem.2.3.16: Comp. -έστερον Pl.Mx.248d: Sup. -έστατα X.Eq.Mag.1.1, -εστάτως Isoc. (s. v.l.) ap.Poll.3.63: poet. προσφιλέως IG9(1).235 (Larymna).

German (Pape)

[Seite 786] ές, lieb, befreundet; ἔργον θεοῖσι προσφιλές, Aesch. Spt. 562; ὥς μ' ἔθεσθε προσφιλῆ, Soph. Phil. 528; ἡ χάρις προσφιλὴς μενεῖ, 544, u. öfter; superl., 224; u. adv. προσφιλῶς, El. 434; ὅσον μοι ψυχᾷ προσφιλές ἐστιν εἰπεῖν, Eur. Rhes. 345; εἰρήνη Μούσαισι προσφιλεστάτη, Suppl. 489; Her. 1, 163; οὔτε γὰρ ἂν ἄλλῳ ἀνθρώπῳ προσφιλὴς εἴη ὁ τοιοῦτος, οὔτε θεῷ, Plat. Gorg. 507 e; τί πράττων προσφιλὴς παιδικοῖς γένοιτο, Lys. 206 c, u. öfter; auch liebreich, wohlwollend gegen Einen, Thuc. 7, 86; πρ. κατὰ τὴν ἀπάντησιν, Pol. 10, 5, 6. – Adv., ζῷεν ὀρθότερον καὶ ἡμῖν προσφιλέστερον, Plat. Menex. 248 d; προσφιλῶς ἔχειν τινί, wohlwollend sein gegen Einen, Xen. Hell. 2, 3, 44; χρῆσθαί τινι, Mem. 2, 3, 16.

Greek (Liddell-Scott)

προσφῐλής: -ές, (φιλέω) ὡς καὶ νῦν, ἀγαπητός, τῶν ἡλίκων… προφιλεστάτῳ Ἡρόδ. 1. 123· οἳ ἐδόκουν προσφιλέστατοι αὐτοῖς εἶναι Θουκ. 5, 40, (παρὰ Λεοντ. Μον. 561Β, C, ἀπαντᾷ ὁ σφόδρα ἀδόκιμος ὑπερθετ. τύπος προσφιλώτατε = προσφιλέστατε): προσφιλέες τῷ βασιλέϊ, ἀγαπητοί, φίλοι, Ἡρόδ. 1. 163, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 898, Φίλ. 587, Πλάτ., κλπ.· ὡσαύτως ἐπὶ πραγμάτων, εὐχάριστος, ἀγαπητός, Λατ. gratus, ἔργον Αἰσχύλ. Θήβ. 580· στολή, χάρις Φίλ. 224, 558· πάσαις ἡλικίαις… ἡ χρῆσις αὐτῆς (δηλ. τῆς μουσικῆς) ἐστὶ πρ. Ἀριστ. Πολιτικ. 8. 5, 15· πρ. ἑκάστῳ… τὸ κατὰ φύσιν ὁ αὐτ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 2, 12. ΙΙ. ἐνεργ. ἐπὶ προσώπων, ὁ ἔχων καλὰς διαθέσεις, εὐμενής, ὥς μ’ ἔθεσθε προσφιλῆ Σοφ. Φιλ. 532, πρβλ. Θουκ. 1. 92., 7. 86. - Ἐπίρρ. -λῶς, Σοφ. Ἠλ. 442, Πλάτ. Νόμ. 822Β· πρ. ἔχω τινί, εὐμενῶς διάκειμαι πρός τινα, Ξεν. Ἑλλ. 2· 3, 44· πρ. χρῆσθαί τινι ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 2. 3, 16· συγκρ. -έστερον Πλάτ. Μενέξ. 248D· ὑπερθ. -έστατα Ξεν. Ἱππαρχ. 1, 16· ποιητ προσφιλέως. Ἑλλ. Ἐπιγρ. 493.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 plein d’amitié ou de bienveillance pour, τινι;
2 aimé, chéri, agréable à, τινι;
Cp. προσφιλέστερος.
Étymologie: πρός, φιλέω.

English (Strong)

from a presumed compound of πρός and φιλέω; friendly towards, i.e. acceptable: lovely.

English (Thayer)

προσφιλές (πρός and φιλέω), acceptable, pleasing (A. V. lovely): Aeschylus and) Herodotus down; Sirach 20:13.)

Greek Monolingual

-ές, ΝΜΑ
αγαπητός
αρχ.
1. (για πράγματα, πράξεις, καταστάσεις κ.λπ.) αρεστός, ευχάριστοςσχῆμα... στολῆς... προσφιλεστάτης ἐμοί», Σοφ.)
2. αυτός που έχει αγαθές διαθέσεις προς κάποιον, ευμενής, ευνοϊκός («ὑπάρχων εὐεργετικὸς καὶ μεγαλόδωρος καὶ προσφιλὴς κατὰ τὴν ἀπάντησιν», Πολ.).
επίρρ...
προσφιλώς / προσφιλῶς ΝΜΑ, και ποιητ. τ. προσφιλέως Α
με προσφιλή τρόπο («τοὺς δὲ καλοὺς... προσφιλῶς χρώμενος», Ξεν.)
αρχ.
με ευχάριστο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + -φιλής (< φίλος), πρβλ. δημο-φιλής].

Greek Monotonic

προσφῐλής: -ές (φιλέω
I. αγαπητός, αγαπημένος, τῶν ἡλίκων προσφιλεστάτῳ, σε Ηρόδ.· προσφιλέες τῷ βασιλέϊ, αγαπητοί, φίλοι, στον ίδ.· λέγεται για πράγματα, ευχάριστος, αρεστός, ευάρεστος, αγαπητός, Λατ. gratus, σε Αισχύλ., Σοφ.
II. Ενεργ., λέγεται για πρόσωπα, αυτός που έχει καλή διάθεση, ευχάριστος, διατεθειμένος ευνοϊκά, ευμενής, σε Σοφ., Θουκ.· επίρρ. -λῶς, ευχάριστα, ευμενώς, σε Σοφ.· προσφιλὴς ἔχειν τινί, διάκειμαι ευμενώς απέναντι σε κάποιον, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

προσφῐλής:
1) любимый, любезный, дорогой, милый (τινι Her., Thuc., Soph., Plat., Arst. etc.);
2) благосклонный, дружеский (τινι Soph., Thuc.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσφιλής -ές [πρός, φίλος] act. vriendelijk, bevriend; met dubb. acc..; ὥς μ ’ ἔθεσθε προσφιλῆ hoe jullie mij aan je verplicht hebben Soph. Ph. 532; met dat..; οἵ τε Λακεδαιμόνιοι ἦσαν αὐτῷ προσφιλεῖς de Spartanen waren hem goedgezind Thuc. 7.86; adv. προσφιλῶς welwillend, vriendelijk:. προσφιλῶς χρώμενος vriendelijk behandelend Xen. Mem. 2.3.16; προσφιλῶς ἡμῖν εἶχε hij was ons welwillend gezind Xen. Hell. 2.3.44. pass. geliefd, met dat.:; τούτῳ δὴ τῷ ἀνδρὶ προσφιλέες οἱ Φωκαιέες... ἐγένοντο deze man werden de Phocaeërs dierbaar Hdt. 1.163.3; welgevallig:. ἦ τοῖον ἔργον καὶ θεοῖσι προσφιλές; is een dergelijke daad ook de goden welgevallig? Aeschl. Sept. 580; διὸ πάσαις ἡλικίαις καὶ πᾶσιν ἤθεσιν ἡ χρῆσις αὐτῆς ἐστὶ προφιλής daardoor is de omgang ermee (muziek) voor alle leeftijden en karakters aantrekkelijk Aristot. Pol. 1340a5.

Middle Liddell

προσ-φῐλής, ές φιλέω
I. dear, beloved, τῶν ἡλίκων προσφιλεστάτῳ Hdt.; προσφιλέες τῷ βασιλέϊ dear or friendly to him, Hdt.;—of things, pleasing, agreeable, grateful, dear, Lat. gratus, Aesch., Soph.
II. act., of persons, kindly affectioned, grateful, well-disposed, Soph., Thuc.:—adv. -λῶς, kindly, Soph.; πρ. ἔχειν τινί to be kindly affectioned to one, Xen.

Chinese

原文音譯:prosfil»j 普羅士-非累士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:向著-喜愛
字義溯源:友善的,合意的,愉快的,可愛的,喜悅的;由(πρός)=向著)與(φιλέω)=友愛)組成,其中 (πρός)出自(πρό)*=前,而 (φιλέω)出自(φίλος)*=親愛)
出現次數:總共(1);腓(1)
譯字彙編
1) 可愛的(1) 腓4:8