Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προτέρωσε

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: προτέρωσε Medium diacritics: προτέρωσε Low diacritics: προτέρωσε Capitals: ΠΡΟΤΕΡΩΣΕ
Transliteration A: protérōse Transliteration B: proterōse Transliteration C: proterose Beta Code: prote/rwse

English (LSJ)

Adv.

   A toward the front, forward, h.Hom.32.10, A.R.1.306, etc.; π. κελεύθου ib. 1241.

German (Pape)

[Seite 792] adv. von πρότερος, nach vorn hin; H. h. 32, 10; Ap. Rh. 1, 306. 1241; Nicaenet. 6.

Greek (Liddell-Scott)

προτέρωσε: Ἐπίρρ., πρὸς τὰ ἐμπρός, Ὑμν. Ὁμ. 32. 10, Ἀπολλ Ροδ. Α. 306, κτλ.· πρ. κελεύθου αὐτόθι 1241.

French (Bailly abrégé)

adv.
plus en avant, plus loin.
Étymologie: προτέρω, -σε.

Greek Monolingual

Α
επίρρ. προς τα εμπρός («εὖτ' ἄν... Σελήνη... ἐσσυμένως προτέρωσ' ἐλάσῇ καλλίτριχας ἵππους», Ορφ. Ύμν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρότερος + επιρρμ. κατάλ. -σε (πρβλ. ἑτέρω-σε). Το -ω του τ. οφείλεται σε μετρικούς λόγους, προς αποφυγήν τών αλλεπάλληλων βραχειών συλλαβών].

Greek Monotonic

προτέρωσε: επίρρ., προς τα εμπρός, μπροστά, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

προτέρωσε: adv. дальше, вперед (ἵππους ἐλαύνειν HH).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προτέρωσε [πρότερος] adv., verder (van plaats).

Middle Liddell

[from προτέρω
toward the front, forward, H. Hom.