Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προτειχίζω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: προτειχίζω Medium diacritics: προτειχίζω Low diacritics: προτειχίζω Capitals: ΠΡΟΤΕΙΧΙΖΩ
Transliteration A: proteichízō Transliteration B: proteichizō Transliteration C: proteichizo Beta Code: proteixi/zw

English (LSJ)

   A protect by a wall, Str.5.3.7 (Pass.), Gloss.

German (Pape)

[Seite 791] vormauern, durch eine Vormauer od. Brustwehr befestigen (?).

Greek (Liddell-Scott)

προτειχίζω: ὀχυρώνω διὰ προτειχίσματος, Στράβ. 5. 3, 7. Βασίλ. τ. 1. σ. 221Β.

Greek Monolingual

ΝΑ τειχίζω
κτίζω τείχος μπροστά από κάτι άλλο, προκαλύπτω κάτι με προτείχισμα ώστε να το υπερασπιστώ
αρχ.
μτφ. εξασφαλίζω («προτειχίζει σε πάντοθεν», Βασ.).