Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προϋποθέτω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

Ν
1. υποθέτω εκ τών προτέρων κάτι, θεωρώ κάτι ως δεδομένο
2. εξαρτώμαι από μια προϋπόθεση, από έναν όρο («η εκτέλεση του έργου προϋποθέτει μεγάλες επενδύσεις»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. προϋποτίθημι. Η λ. μαρτυρείται από το 1815 στον Θ. Φαρμακίδη].