Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προϋποθέτω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

Ν
1. υποθέτω εκ τών προτέρων κάτι, θεωρώ κάτι ως δεδομένο
2. εξαρτώμαι από μια προϋπόθεση, από έναν όρο («η εκτέλεση του έργου προϋποθέτει μεγάλες επενδύσεις»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. προϋποτίθημι. Η λ. μαρτυρείται από το 1815 στον Θ. Φαρμακίδη].