Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρᾶος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πρᾶος Medium diacritics: πρᾶος Low diacritics: πράος Capitals: ΠΡΑΟΣ
Transliteration A: prâos Transliteration B: praos Transliteration C: praos Beta Code: pra=os

English (LSJ)

ον, also πρᾱΰς, Ion. πρηΰς, εῖα, ΰ:—πρᾶος supplies sg. in Att., Trag., and Com., exc. that the fem. is always πραεια (πρᾶος as fem. only in Plu.2.168d); but sg. πραΰς, Ion. πρηΰς, is used in Ep. and Lyr. (also in X. and usu. in LXX, Plb., etc.):—pl., nom.

   A πρηέες Hp.Epid.1.10, πρηεῖς AP5.208 (Posidipp. or Asclep.), πρᾶοι Pl.R. 562d, etc.; fem. πρηεῖαι AP6.244 (Crin.); neut. πραέα X.Oec. 15.4, Eq.9.10, etc., πρᾶα Arist.HA488b22, f.l. in Ph.2.351; gen. πραέων X.An.1.4.9; dat. πραέσι Pl.Lg.888a, 930a, fem. πραίαις written for πραείαις IG7.3101 (Lebad., iii A.D.); acc. πραεῖς Plb.18.37.7, πράους Isoc.3.55: Comp. πραότερος Lys. 20.21, πραΰτερος Epich.153, Pl.Ti. 85a, etc., Ion. πρηΰτ- Hdt.2.181: Sup. πραότατος Pl.Phd.116c, etc., πραΰτατος Syria 5.337 (Sidon); Ep. and Ion. πρηΰτατος A.R.2.937, AP6.349 (Phld.); πράϋστος MAMA1.237 (Phrygia). (The ι subscr. is freq. written in codd., but Πρᾶος is written in IG22.1928.20 (pr. n., iv B.C.), IGRom.4.504 (Pergam.), cf. Phot., Et.Gud.478.31; πραύτερος is found once in codd., Pl.Ti.l.c. (proved wrong by πραΰς Com.Adesp.in Gött. Nachr.1922.31, πραέα (neut. pl.) in PCair.Zen.33.12 (iii B.C.), πραέως UPZ144.6 (ii B.C.), and by the absence of iota in Ion. πρηΰς)):—mild, soft, gentle (not in Il. or Od.):    1 of things, πρηῢ σέλας H.Hom.8.10; πραῢς ὄαρος Pi.P.4.136; mild, πυρετοί Hp.l.c.; ἰητρείη πρηεῖα Id.Art.69; of sound, soft, gentle, τὴν φωνὴν πραοτέραν ποιοῦνται X. Smp.1.10; ἀνέμων πρηΰτατε Ζέφυρε AP6.349 (Phld.); ὠδῖνες ib.244 (Crin.); κέντρον ib.229 (Id.).    2 of persons, mild, gentle, meek, πραῢς ἀστοῖς Pi.P.3.71; πᾶσιν ἵλεώς τε καὶ πρᾶος Pl.R. 566e; πρὸς τοὺς οἰκείους π. ib.375c; π. τὸ ἦθος Id.Phdr.243c; π. ἐν τοῖς λόγοις Id.Euthd.303d; esp. after having been angry, Hdt.2.181 (Comp.); ὁ θὴρ ὅδ' ἡμῖν π., of Dionysus, E.Ba.436; of a horse, gentle, ἀλλήλοις πραότεροι X.Cyr.2.1.29; of other animals, tame, ἰχθύων μεγάλων καὶ πραέων Id.An.1.4.9, cf. Arist.HA488b22; ζῷα . . πραέα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους X.Oec.15.4: prov., πραΰτερος μολόχας Epich.153; also, τόπος ἡμερώτερος καὶ πραότερος Isoc.9.67.    3 of actions, feelings, etc., mild, τιμωρίαι πραότεραι Pl.Lg.867b; πραότεραι ἡδοναί ib.815e; λόγοι, ἤθη, φύσις, ib.888a, 930a, R.375c; ὄσσοισι πρηέσιν δέρκευ BMus.Inscr.921b8 (Branchidae, i/ii A.D.); τὰ πραέα caresses, X.Eq. 9.10; πραότερα πάσχειν Pl Cri.49b.    II making mild, taming, φάρμακον πραῢ τείνων ἀμφὶ γένυι, of a bridle, Pi.O.13.85; προκινεῖν αὐτὸν [τὸν ἵππον] ὡς πραοτάτοις σημείοις X.Eq.9.3.    III Adv. πράως, mildly, gently, πράως πείθειν τινά, φέρειν τι, Pl.R.589c, Cri.43b; πράως ἔχειν πρός τι Id.Ly.211e; πράως λέγειν τὸ πάθος to speak lightly of it, X.An.1.5.14; πράως διακεῖσθαι, opp. ὀργίζεσθαι, D.21.183; πράως, μὴ πικρῶς Id.18.265; in physical sense, gently, Orib.Fr.134: Comp., πραότερον προδιδάσκειν, κολάζειν, Pl.Grg.489d, Phd.94d; πραοτέρως (v.l. -υτέρως) ἔχειν τινί J.AJ17.6.4: Sup., φέρειν . . ὡς πραότωτα Pl.R.387e: later form πραέως (πράως [Ἀττικοί], οὐ πραέως Phot.), UPZ144.6 (ii B.C.), D.S.1.36, Dsc.1.13, dub. in Com.Adesp.336.5 (cf. πρατίας), etc.: Ion. πρηέως cj. in Democr. 46 (πράως and πραέως codd.). (Cogn. with Skt. prīṇā´ti 'love, give pleasure to', Goth.frijon 'love', frijonds 'friend'.)

German (Pape)

[Seite 694] neutr. πρᾶον, = πραΰς, w. m. s.; es wird oft πρᾷος geschrieben, weil man es von ῥᾷος ableitet, Buttm. auss. gr. Gramm. 1 p. 261 u. Dindorf Xen. Symp. p. XI; doch ist man in neuern Ausgaben wohl mit Recht von dieser sonst unbegründeten Schreibung wieder abgegangen.

Greek (Liddell-Scott)

πρᾶος: -ον, ὡσαύτως πραΰς, Ἰων. πρηΰς, εῖα, ΰ· ― ἡ κλίσις ποικίλλει μεταξὺ τῶν δύο τύπων: ― ἐκ τοῦ πρᾶος λαμβάνεται ἅπας ὁ ἑνικὸς παρ’ Ἀττ., πλὴν ὅτι τὸ θηλ. εἶναι ἀείποτε πραεῖα (πρᾶος ὡς θηλ. εὕρηται μόνον ἐν Πλουτ. 2. 168D)· ἐν ᾧ τὸ ἑνικ. πραΰς, Ἰων. πρηΰς, κεῖται παρ’ Ἐπικ. καὶ Λυρ. ποιηταῖς· ― ἐν τῷ πληθ., ἔχομεν ὀνομ. πρηέες Ἱππ. 948Α, πρηεῖς Ἀνθ. Π. 5. 209, πρᾶοι Πλάτ. Πολ. 562D, κτλ.· θηλ. πρηεῖαι Ἀνθ. Π. 6. 244· οὐδ. πραέα Ξεν. Οἰκ. 15. 9, Ἱππ. 9. 10, κτλ., πρᾶα Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1 ἐν τέλει, Φίλων 2. 351· γεν. πραέων Ξεν. Ἀν. 1. 4, 9· δοτ. πραέσι Πλάτ. Νόμ. 888Α, 930Α, θηλ. πράαις Συλλ. Ἐπιγρ. 1598· αἰτ. πραεῖς Πολύβ., κτλ., πράους Ἰσοκρ. 38Β. ― Συγκρ. πραότερος, Λυσ. 160. 4, Πλάτ. Τίμ. 85Α, κτλ.· Ἰων. πρηΰτ- Ἡρόδ. 2. 181· ― ὑπερθ. πραότατος, Πλάτ. Φαίδων 116C, κτλ.· ― Ἰων. πρηΰτατος Φιλόδημ. ἐν Ἀνθ. Π. 6. 349, Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 937. Ὁ τύπος πρᾷος (μετὰ ᾳ) εὕρηται συχνάκις ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις καὶ ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. ἔνθ’ ἀνωτ., πρβλ. Φώτ., Ἐτυμ. Γουδ. 478. 31· ἀλλὰ πρᾳῢς οὐδαμοῦ. Ἤπιος, μαλακός, γλυκύς, ἀντίθετον τῷ χαλεπός, λέξις μεθ’ Ὅμ. 1) ἐπὶ πράγμ., πρηῢ σέλας Ὕμν. Ὁμ. 7. 10· πραῢς ὄαρος Πινδ. Π. 4. 241· ἐπὶ νόσων, ἤπιος, ἐλαφρός, Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ὡσαύτως, πραεῖα ἰατρεῖα ὁ αὐτ. π. Ἄρθρ. 832· ἐπὶ ἤχου, μαλακός, γλυκύς, τὴν φωνὴν πραοτέραν ποιοῦσιν Ξεν. Συμπ. 1, 10· ἄνεμος Ἀνθ. Π. 6. 349· ὠδῖνες αὐτόθι 244· κέντρον αὐτόθι 229, κτλ. 2) ἐπὶ προσώπων, ἤπιος, μαλακός, εὐγενὴς τοὺς τρόπους, ὡς καὶ νῦν, πρᾶος, πραῢς ἀστοῖς Πινδ. Π. 3. 124· πᾶσιν ἵλεώς τε καὶ πρᾶος Πλάτ. Πολ. 566Ε· πρᾶος πρός τινα αὐτόθι 375C· πρᾶος τὸ ἦθος ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 243C· πρᾶος ἐν τοῖς λόγοις ὁ αὐτ. ἐν Εὐθυδ. 303D· ― μάλιστα μετὰ προηγηθεῖσαν ὀργήν, Ἡρόδ. 2. 181 (πρβλ. πραότης)· ὁ θὴρ ὅδ’ ἡμῖν πρᾶος, ἐπὶ τοῦ Βάκχου, Εὐρ. Βάκχ. 436· ― οὕτως ἐπὶ ἵππου, ἀλλήλοις πραότεροι Ξεν. Κύρ. 2. 1, 29· ἐπὶ ἄλλων ζῴων, ἥμερος, ἰχθύων μεγάλων καὶ πραέων ὁ αὐτ. ἐν Ἀν. 1. 4, 9, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1· ζῷα… πραέα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους Ξεν. Οἰκ. 15. 9. 3) ἐπὶ πράξεων, λόγων, ἠθῶν κλπ., ἤπιος, μαλακός, τιμωρίαι πραότεραι Πλάτ. Νόμ. 867Β· ἡδοναὶ πραότεραι αὐτόθι 815Ε· λόγοι, ἦθος, φύσις ὁ αὐτ.· τὰ πραέα, θωπεῖαι, Ξεν. Ἱππ. 9. 10· πραότερα πάσχειν Πλάτ. Κρίτων 49Β. ΙΙ. ὁ καταπραΰνων τινά, ἐξημερῶν, δαμάζων, φάρμακον πραῢ τείνων ἀμφὶ γένυν, ἐπὶ χαλινοῦ, Πινδ. Ο. 13. 121· προκινεῖν αὐτὸν [τὸν ἵππον] ὡς πραοτάτοις σημείοις Ξεν. Ἱππ. 9. 3. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. πράως (ἐκ τοῦ πρᾶος), μετὰ πραότητος, ἡμέρως, ἠπίως, πείθωμεν τοίνυν αὐτὸν πράως Πλάτ. Πολ. 589C· ἐν τῇ νῦν παρεστώσῃ ξυμφορᾷ, ὡς ῥᾳδίως αὐτὴν καὶ πράως φέρεις ὁ αὐτ. ἐν Κρίτ. 43Β· πράως ἔχειν πρός τι ὁ αὐτ. ἐν Λύσ. 211Ε· πράως λέγειν τὸ πάθος, λέγειν μετ’ ἀπαθείας, Ξεν. Ἀν. 1. 5, 14· πράως διακεῖσθαι, ἀντίθετον τῷ ὀργίζεσθαι, Δημ. 573. 24· πράως οὐ πικρῶς ὁ αὐτ. 315. 15· ― συγκρ., πραότερον προδιδάσκειν, κολάζειν Πλάτ. Γοργ. 489D, Φαίδων 94D· πραοτέρως ἔχειν τινὶ Ἰωσήπ. Α. Ι. 17. 6, 4· ― ὑπερθ., φέρειν... ὡς πραότατα Πλάτ. Πολ. 387Ε. 2) μεταγεν. τύπος πραέως (ἐκ τοῦ πραΰς), Διόδ. 1. 36, Δικαίαρχ., κλπ. ― πρβλ. ὡσαύτως πραόνως.

French (Bailly abrégé)

c. πρᾷος.

Greek Monolingual

-α, -ο / πρᾱος, -ον, ΝΜΑ, και πραΰς και ιων. τ. πρηΰς, -εῑα, -ΰ, Α
1. (για πρόσ. και μόνο στην αρχαία και για πράγματα, αισθήματα, πράξεις και λόγους) ήπιος, ήμερος, γλυκύς, μαλακός
2. αυτός που έχει ευγενείς τρόπους (α. «πρᾱος τὸ ἦθος», Πίνδ.
β. «πρᾱός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», ΚΔ)
αρχ.
1. (για ήχο) γλυκός («τὴν φωνὴν πραοτέραν προΐενται», Ξεν.)
2. (για αρρώστιες) ελαφρός («πυρετοί πρηέες», Ιπποκρ.)
3. αυτός που είχε εξοργιστεί και στη συνέχεια ηρέμησε
4. (για άλογο) εξημερωμένος, δαμασμένος
5. (για ζώα) ήμερος
6. αυτός που καθιστά κάποιον ήρεμο και μαλακό, αυτός που εξημερώνει, που δαμάζει
7. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πραέα
τα χάδια
8. παροιμ. «πραΰτερος μολόχας».
επίρρ...
πράως ΝΑ πραέως και ιων. τ. πρηέως Α
με πραότητα, ήπια, ήρεμα («ἐν τῇ παρεστώσῃ ξυμφορᾷ, ὡς ῥαδίως αὐτὴν καὶ πράως φέρεις», Πλάτ.)
αρχ.
1. μιλώ με απάθεια, χωρίς συγκίνησηπράως λέγοι τὸ αὐτοῦ πάθος», Ξεν.)
2. με μαλακό τρόπο, όχι αυστηρά
3. φρ. «πράως διάκεισθε» — είμαι ήρεμος, σε αντιδιαστολή με το οργίζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ο αρχαιότερος τ. του επιθ. πρᾶος είναι η αθέματη μορφή πραΰς / πρηΰς (πρβλ. κρατ-ύς), ενώ τ. με υπογεγραμμένο -ι- είναι δευτερογενείς σχηματισμοί αναλογικοί του ῥᾴων.

Greek Monotonic

πρᾶος: -ον, επίσης πραΰς, Ιων. πρηΰς, -εῖα, -ΰ· η κλίση ποικίλλει μεταξύ δύο τύπων· ο Αττ. ενικ. προέρχεται από το πρᾶος, εκτός από το θηλ. πραεῖα· ποιητ. ενικ. από το πραΰς, Ιων. πρηύς· σε πληθ., Αττ. ονομ. πρᾶοι· ουδ. πραέα, πρᾶα· γεν. πραέων· δοτ. πραέσι· αιτ. πράους· συγκρ. πραότερος, Ιων. πρηύτ-· υπερθ. πραότατος, Ιων. πρηύτατος,
I. 1. ήπιος, μαλακός, γλυκύς, μειλίχιος, σε Ομηρ. Ύμν., Πίνδ., Πλάτ.· λέγεται για άλογο, ήμερος, σε Ξεν.· λέγεται για άλλα ζώα, πράος, στον ίδ.
2. λέγεται για ενέργειες, αισθήματα, ήπιος, σε Πλάτ.
II. αυτός που καταπραΰνει, αυτός που ηρεμεί, σε Πίνδ.
III. επίρρ. πράως (από πρᾶος), ήρεμα, ήσυχα, σε Πλάτ.· πράως ἔχειν πρός τι, στον ίδ.· πράως λέγειν τὸ πάθος, μιλώ με απάθεια, νηφάλια γι' αυτό, σε Ξεν.· πράωςδιακεῖσθαι, αντίθ. προς το ὀργίζεσθαι, σε Δημ.· συγκρ., σε Πλάτ.· υπερθ. πραότατα, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρᾶος -ον en πραΰς -εῖα -ύ, Ion. πρηΰς -ΰ, Att. sing. m. πρᾶος, f. πραεία, n. πρᾶον; ep. lyr. en proza later m. πραΰς, n. πραΰ; Ion. πρηΰς, n. πρηΰ; plur. m. πρᾶοι en πραεῖς, Ion. πρηέες en πρηεῖς, f. πραεῖαι, n. πρᾶα en πραέα, gen. πράων en πραέων, f. πραειῶν, dat. πράοις en πραέσι, f. πραείαις, acc. πράους en πραεῖς, f. πραείας, Ion. πρηείας, n. πρᾶα en πραέα; ook schrijfwijze πρᾳ -; comp. πραότερος en πραΰτερος, Ion. πρηΰτερος; superl. πραότατος en πραΰτατος, Ion. πρηΰτατος. van pers. zacht, zachtmoedig, vriendelijk:; π. τὸ ἦθος zacht van karakter Plat. Phaedr. 243c; π. ἐν τοῖς λόγοις vriendelijk in zijn woorden Plat. Euthyd. 303d; πᾶσιν... πράος vriendelijk voor iedereen Plat. Resp. 566e; met prep..; πρὸς τοὺς οἰκείους π. zachtaardig tegen zijn vrienden Plat. Resp. 375c; adv.. πράως διακεῖσθαι rustig blijven Dem. 21.183; πρὸς ταῦτα πρᾴως ἔχω dat maakt mij niet zoveel uit Plat. Lys. 211e. van dieren tam. van zaken zacht, mild:; πυρετοὶ πρηέες lichte koorts Hp. Epid. 1.10; τιμωρίαι... πρᾳότεραι lichtere straffen Plat. Lg. 867b; adv..; πραότερον κολάζειν milder straffen Plat. Phaed. 94d; zelden act. kalmerend. Pind.

Frisk Etymological English

-ον
Grammatical information: adj.
Meaning: soft, gentle, mild (Pi.).
Other forms: πραΰς, πρηΰς (ep. Ion., lyr., hell.) -- Compar. forms πραό-(πραΰ-, πρηΰ)τερος, -τατος (πράϋστος Phrygia); adv. πρά-ως, rarely -έως; also -όνως (Ar., Lys.; after εὑδαιμόν-ως a.o.).
Dialectal forms: Att.; f. -εῖα, pl. -έων, -έσι.
Compounds: Also as 1. member (mostly late), e.g. πραΰ-μητις mild-tempered (Pi.); to πρευμενής s. v.
Derivatives: πρα-ότης (Att.), -ύτης (LXX) f. mild temper; πραΰνω, Ion. πρηΰνω, also w. κατα- (rarely ἀπο-, δια- a.o.) to make mild, to soothe (Hes., h. Merc. 417) with πρά-(πρή-)υνσις f., -υσμός m. the soothing, -υντικός soothing (Arist., medic.), -υντής m. (EM).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unexplained. Of old (Curtius 283 with Bopp and Pott; s. Bq) connected with a verb like, love in Goth. frijōn, which is neither formally nor as regards the meaning unobjectionable. The o-stem πρᾶος developed perh. from the older υ-stem πραΰς, prob. through the adv. πράως, which may orig. have been contracted from πραέως and which can belong to πραΰς; this may have lead to the adj. πρᾶος, -ον; s. Egli Heteroklisie 100 ff. w. extensive treatment. The not rare ι subscriptum in πρᾳ̃ος is secondary (from ῥᾳων?; s. Debrunner IF 40 Anz. 13f.; alternative explanation in Egli 105 f.). After Osthoff MU 6, 89ff. however to Skt. á-prāyu- uncessant, careful, which however belongs to Skt. pra-yu- hold far, be absentminded, careless; s. Mayrhofer s.v.

Middle Liddell

πρᾶος, ον, [the declension varies between the two forms πρᾶος and πρᾱύς—the attic sg. is from πρᾶος, except that the fem. is πραεῖα: poet. sg. from πραΰς
I. Mild, soft, gentle, meek, Hhymn., Pind., Plat.:—of a horse, gentle, Xen.; of other animals, tame, Xen.
2. of actions, feelings, mild, Plat.
II. making mild, taming, Pind.
III. adv. πράως, ( from πρᾶοσ) mildly, gently, Plat.; πράως ἔχειν πρός τι Plat.; πράως λέγειν τὸ πάθος to speak lightly of it, Xen.; πράως διακεῖσθαι, opp. to ὀργίζεσθαι, Dem.;—comp., Plat.;—Sup., πραότατα Plat.

Frisk Etymology German

πρᾶος: -ον (att.; f. -εῖα, pl. -έων, -έσι u.a.),
{prãos}
Forms: πραΰς, πρηΰς (ep. ion., lyr., hell.) — Steigerungsformen πραό-(πραΰ-, πρηΰ)τερος, -τατος (πράϋστος Phrygien); Adv. πράως, ganz vereinzelt -έως; auch -όνως (Ar., Lys.; nach εὐδαιμόνως u.a.);
Meaning: sanft, gelinde, zahm (seit Pi.).
Composita : Auch als Vorderglied (meist sp.), z.B. πραΰ-μητις sanftmütig (Pi.); zu πρευμενής s. bes.
Derivative: sonstige Abl.: πραότης (att.), -ύτης (LXX u.a.) f. Sanftmut; πραΰνω, ion. πρηΰνω, auch m. κατα- (selten ἀπο-, δια- u.a.) besanftigen, beschwichtigen (seit Hes., h. Merc. 417) mit πρά-(πρή-)υνσις f., -υσμός m. Besänftigung, -υντικός besänftigend (Arist., Mediz.), -υντής m. (EM).
Etymology : Unerklärt. Seit alters (Curtius 283 mit Bopp und Pott; s. Bq) zu einem idg.Verb gern haben, lieben in got. frijōn Der o -Stamm πρᾶος ist aus dem älteren υ-Stamm πραΰς hervorgegangen, wahrscheinlich über das Adv. πράως, das, urspr. aus πραέως kontrahiert und zu πραΰς gehörig, zum Adj. πρᾶος, -ον Anlaß gab; s. Egli Heteroklisie 100 ff. m. ausführlicher Behandlung. Das nicht seltene ι subscriptum in πρᾷος ist sekundär (von ῥᾴων?; s. Debrunner IF 40 Anz. 13f.; alternative Erklärung bei Egli 105 f.). usw. gezogen, weder lautlich noch begrifflich einwandfrei. Nach Osthoff MU 6, 89ff. dagegen zu aind. á-prāyu- unablässig, achtsam, das aber zu aind. pra-yu- fernhalten, geistig abwesend, fahrlässig sein gehört; s. Mayrhofer s.v.
Page 2,588

Chinese

原文音譯:pr©oj 普拉哦士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:柔和
字義溯源:溫和的,微賤的,謙和的,柔和的,柔;源自(πραΰς)*=溫柔的)
出現次數:總共(1);太(1)
譯字彙編
1) 柔(1) 太11:29