Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πτάξ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: πτάξ Medium diacritics: πτάξ Low diacritics: πταξ Capitals: ΠΤΑΞ
Transliteration A: ptáx Transliteration B: ptax Transliteration C: ptaks Beta Code: pta/c

English (LSJ)

gen. πτᾰκός, ὁ, ἡ, (πτήσσω)

   A = πτώξ, A.Ag.137 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 807] πτακός, ὁ, ἡ, scheu, furchtsam, wie πτώξ, bes. von Haasen; αὐτότοκον πρὸ λόχου μογερὰν πτάκα θυομένοισιν, Aesch. Ag. 135, wo α kurz ist, welches nach Draco p. 19, 14. 80, 22 lang ist; VLL.

Greek (Liddell-Scott)

πτάξ: γενικ. πτακός, ὁ, ἡ, (πτήσσω) = πτὼξ (πρβλ. ῥάξ, ῥώξ), Αἰσχύλ. Ἀγ. 137. [ᾰ Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ., ἂν καὶ ὁ Δράκων 19. 14., 80. 22 γράφει ᾱ· ἀλλ’ ὁσάκις ἡ παραλήγουσα τῶν πλαγίων πτώσεων πρέπει νὰ ᾖ μακρά, εἶναι ἐν χρήσει οἱ τύποι: γενικ. πτωκὸς κτλ.].

French (Bailly abrégé)

ακός (ὁ, ἡ)
poltron litt. « qui se blottit ».
Étymologie: R. Πτακ, v. πτήσσω ; cf. πτώξ.

Greek Monolingual

-ακός, ὁ, ἡ, Α
(ποιητ. τ.) βλ. πτώξ.

Greek Monotonic

πτάξ: γεν. πτᾰκός, ὁ, ἡ (πτήσσω), = πτώξ, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

πτάξ: πτᾰκός пугливый, робкий, т. е. Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πτάξ -ακός [~ πτώξ] schuw: subst. f. haas. Aeschl. Ag. 137 ( lyr. ).

Middle Liddell

πτάξ, γεν. πτᾰκός, οῦ, ὁ, πτήσσω = πτώξ, Aesch.]