Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πτάρνυμαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: πτάρνῠμαι Medium diacritics: πτάρνυμαι Low diacritics: πτάρνυμαι Capitals: ΠΤΑΡΝΥΜΑΙ
Transliteration A: ptárnymai Transliteration B: ptarnymai Transliteration C: ptarnymai Beta Code: pta/rnumai

English (LSJ)

   A v. πταίρω:—Act. inf. πταρνύναι Cass.Pr.44.

German (Pape)

[Seite 807] att. statt πταίρω, niesen; Xen. An. 3, 2, 9, Plut.

Greek (Liddell-Scott)

πτάρνῠμαι: ἴδε πταίρω· ― ἐν τῷ ἐνεργ. τύπῳ πτάρνῦμι, μόνον ἐν τοῖς Κασσ. Προβλ. 44.

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf.
c. πταίρω.

Greek Monolingual

και πταίρνω και πτείρω και πτέρομαι ΜΑ, και πτέρνομαι Α
μσν.
μτφ. (για λύχνο) εκβάλλω, τινάζω σπίθες βίαια ή εκρηκτικά
αρχ.
φτερνίζομαιΤηλέμαχος δὲ μέγ' ἔπταρεν», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. πτάρ-νυ-μαι με συνεσταλμένο ριζικό φωνηεντισμό και πρόσφυμα -νυ- (πρβλ. ἄρ-νυ-μαι) ανάγεται πιθ. σε ΙΕ ρίζα pster- που οφείλεται σε ονοματοποιία και συνδέεται με το αρμ. r'rngam «φτερνίζομαι». Παράλληλο σχηματισμό με το ρ. πτάρνυμαι εμφανίζουν τα: λατ. sternuō «φτερνίζομαι» και ιρλδ. sreod «φτέρνισμα». Οι τ. πταίρω, πτείρω, πτέρομαι, πτέρνομαι είναι σπάνιοι και μτγν., ενώ στη Νέα Ελληνική χρησιμοποιούνται οι τ. φτερνίζομαι και φταρνίζομαι (βλ. λ. φτερνίζομαι)].

Greek Monotonic

πτάρνῠμαι: φταρνίζομαι (βλ. *πταίρω), σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

πτάρνῠμαι: (только praes. и impf.) Xen., Arst. = * πταίρω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πτάρνυμαι, onomat., aor. ἔπτᾰρον; aor. pass. ἐπτάρην, act. en med.-pass. niezen.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to sneeze (Hp., X.).
Other forms: rare a. late πτάρνεται, πταίρω, πτείρω, πτέρομαι; aor. 2. πταρεῖν (since ρ 541), ptc. also πταρείς (Hp., Arist.), πτάραντες (Arist.; uncertain).
Derivatives: πταρ-μός m. the sneezing (IA.) with -μικός causing to sneeze, -μική f. sneezewort (Dsc., Gal.; Strömberg Pfl.namen 85); πτόρος id. (Hdn. Gr. 1, 191).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatop. word, prob. genetically cognate both with Arm. p'ṙngam, p'ṙnč̣em sneeze as with an Italo-Celt. word, Lat. sternuō sneeze, Celt., e.g. OIr. sreod sneezing; the assumption of a common basis (*pster-) is hypothetic. Lit. w. further Celt. forms in WP. 2, 101, W.-Hofmann s.v.; cf. also Porzig Gliederung 212. On the Arm. form s. Clackson1994, 99. -- Beside it the aspirated ἀποφθαράξασθαι τὸ τοῖς μυκτῆρσιν εἰς τὸ ἔξω ἦχον προέσθαι, ἀποφλάσαι, ῥογχάσαι. Κρῆτες καὶ Σάμιοι H. with meaning as Lat. stertō sore.

Middle Liddell

to sneeze, (v. *πταίρω), Xen.

Frisk Etymology German

πτάρνυμαι: (Hp., X. usw.),
{ptárnumai}
Forms: ganz vereinzelt u. spät πτάρνεται, πταίρω, πτείρω, πτέρομαι; Aor. 2. πταρεῖν (seit ρ 541), Ptz. auch πταρείς (Hp., Arist.), πτάραντες (Arist.; unsicher)
Grammar: v.
Meaning: niesen.
Derivative: Davon πταρμός m. das Niesen (ion. att.) mit -μικός Niesen verursachend, -μική f. Nieswurz (Dsk., Gal.; Strömberg Pfl.namen 85); πτόρος ib. (Hdn. Gr. 1, 191).
Etymology : Schallwort, wahrscheinlich genetisch verbunden sowohl mit arm. p’ṙngam, p’ṙnč̣em niesen wie mit einem italokelt. Wort, lat. sternuō niesen, kelt., z.B. air. sreod das Niesen; die Ansetzung einer gemeinsamen Grundform (*pster-) ist hypothetisch. Lit. m. weiteren kelt. Formen bei WP. 2, 101, W.-Hofmann s.v.; dazu noch Porzig Gliederung 212. — Daneben das aspirierte ἀποφθαράξασθαι· τὸ τοῖς μυκτῆρσιν εἰς τὸ ἔξω ἦχον προέσθαι, ἀποφλάσαι, ῥογχάσαι. Κρῆτες καὶ Σάμιοι H. mit Bed. wie lat. stertō schnarchen.
Page 2,610