Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πταρμική

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: πταρμική Medium diacritics: πταρμική Low diacritics: πταρμική Capitals: ΠΤΑΡΜΙΚΗ
Transliteration A: ptarmikḗ Transliteration B: ptarmikē Transliteration C: ptarmiki Beta Code: ptarmikh/

English (LSJ)

ἡ,

   A sneezewort, Achillea ptarmica, Dsc.2.162, Gal.12.108.

German (Pape)

[Seite 807] ἡ, Nieskraut, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

πταρμική: ἡ, «θαμνίον ἐστί, κλῶνας ἔχον μικρούς, πολλοὺς περιφερεῖς, ὁμοίους ἀβροτόνῳ· περὶ οὓς φύλλα ἐπιμήκη ἐοικότα τοῖς τῆς ἐλαίας πολλά· ἐπ’ ἄκρῳ δὲ ὥσπερ ἀνθεμίδος κεφάλιον μικρόν, περιφερές, δριμὺ κατὰ τὴν ὀσμήν, ἐρεθιστικὸν πταρμοῦ, ὅθεν καὶ ὠνόμασται» Διοσκ. 2. 192, Γαλην.

Greek Monolingual

η, ΝΑ
βλ. πταρμικός.