Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πυάνιον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: πῠάνιον Medium diacritics: πυάνιον Low diacritics: πυάνιον Capitals: ΠΥΑΝΙΟΝ
Transliteration A: pyánion Transliteration B: pyanion Transliteration C: pyanion Beta Code: pua/nion

English (LSJ)

[ᾰ], τό, Dim. of πύανος,

   A mixture of various kinds of pulse, cooked sweet, Sosib. ap. Ath.14.648b.

German (Pape)

[Seite 813] τό, dim. von πύανος, wie Ath. das Folgende erkl. : πανσπερμία ἐν γλυκεῖ ἡψημένη.

Greek (Liddell-Scott)

πυάνιον: [ᾰ], τὸ, ὑποκορ. τοῦ πύανος, «ἐστὶ δὲ τὸ πυάνιον, ὥς φησι Σωσίβιος, πανσπερμία ἐν γλυκεῖ ἡψημένη» Σωσίβ. παρ’ Ἀθην. 648Β. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πυάνιον· τὸ διὰ τοῦ γάλακτος ῥόφημα· οἱ δὲ πανσπερμίαν ἡψημένην ἐν γλυκεῖ».

Greek Monolingual

τὸ, Α πύανος
1. έδεσμα με διάφορα όσπρια («ἔστι δὲ τὸ πυάνιον... πανσπερμία ἐν γλυκεῑ ἡψημένη», Αθήν.)
2. (κατά τον Ησύχ.) «πυάνιον
τὸ διὰ τοῦ γάλακτος ῥόφημα
οἱ δὲ πανσπερμίαν ἡψημένην ἐν γλυκεῑ».