Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πυργίσκος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πυργίσκος Medium diacritics: πυργίσκος Low diacritics: πυργίσκος Capitals: ΠΥΡΓΙΣΚΟΣ
Transliteration A: pyrgískos Transliteration B: pyrgiskos Transliteration C: pyrgiskos Beta Code: purgi/skos

English (LSJ)

ὁ, Dim. of πύργος,

   A burial-vault, CIG4207.13,4212 (Telmissus), al.    2 cupboard, cabinet, Ael.VH9.13, Artem.1.74, S.E.M.7.102, 9. 78.

German (Pape)

[Seite 820] ὁ, wie πυργίον, dim. von πύργος, Artemid. 1, 76; Suid.

Greek (Liddell-Scott)

πυργίσκος: ὑποκορ. τοῦ πύργος, θόλος πρὸς ταφήν, θολοειδὴς τάφος, Συλλ. Ἐπιγρ. 4207. 13., 4212, κ. ἀλλ. ΙΙ. Ὑποκορ. τοῦ πύργος ΙΙΙ, Ἀρτεμίδ. 1. 76, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 9. 78· - πυργισκάριον, τό, Γλωσσ.· πυργίσκιον, τό, Σχόλ. εἰς Αἰσχύλ. Θήβ. 158.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
μικρός πύργος, πυργίο
νεοελλ.
1. μικρό διαμέρισμα τών πολεμικών πλοίων που μοιάζει με πύργο και περιλαμβάνει και προστατεύει τα πυροβόλα του πλοίου, τα όργανα διεύθυνσης της βολής καθώς και το προσωπικό που τά χειρίζεται
2. (σε υποβρύχιο) θωρακισμένο διαμέρισμα που βρίσκεται σε ψηλή θέση και στο οποίο παραμένουν αυτοί που κατευθύνουν τις βολές
3. μικρό θωρακισμένο περιστρεφόμενο διαμέρισμα με πυροβόλο και πολυβόλα τεθωρακισμένου άρματος μάχης
αρχ.
1. θολοειδής τάφος
2. σκευοφυλάκιο, πυργίς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πύργος + υποκορ. κατάλ. -ίσκος (πρβλ. οβελ-ίσκος)].

Russian (Dvoretsky)

πυργίσκος: ὁ ларчик (в форме башенки) Sext.