Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πυροδοτώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-έω, Ν
1. μεταδίδω πυρ σε εκρηκτικό γέμισμα, προκαλώ πυροδότηση
2. μτφ. γίνομαι η αφορμή να προκληθεί απότομη μεταβολή μιας κατάστασης («με τον προκλητικό λόγο που εκφώνησε ο ξένος διπλωμάτης πυροδότησε έντονες αντιδράσεις»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πυρ + -δοτώ (< -δότης < δότης), πρβλ. χρηματο-δοτώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Ν. Σπηλιάδη].