Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πυρόω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πῠρόω Medium diacritics: πυρόω Low diacritics: πυρόω Capitals: ΠΥΡΟΩ
Transliteration A: pyróō Transliteration B: pyroō Transliteration C: pyroo Beta Code: puro/w

English (LSJ)

(πῦρ)

   A burn with fire, burn up, τὰς Ἀθήνας Hdt.7.8.β, 8.102; στέγην A.Fr.281; ναούς S.Ant.286; burn as a burnt sacrifice, ὀσφῦν A.Pr.497; πυροῦτε σώματα E.HF244; burn on a pyre, ἣν πεπύρωκαν (sic) ἐγώ Supp.Epigr.1.569 (Egypt); π. Κύκλωπος ὄψιν burn out his eye, E.Cyc.594, cf. 600:—Med., παῖδα πυρωσαμένη having placed my son on the pyre, AP7.466 (Leon.):—Pass., to be set on fire, to be burnt, πυρωθέντων Τρώων Pi.P.11.33; Ἴλιον πυρούμενον E.Andr.400, cf. Tr. 1283; πυρωθῆναι δέμας Id.IT685, cf. Med.1190, Parth. in PLit.Lond. 64.6, Ph.1.256.    b π. τὴν γεῦσιν, τὴν γλῶσσαν, seem hot to the taste or tongue, Dsc.1.16, 4.170.    c ἡ ζεστολουσία . . πυροῦσα τὴν ἐπιφάνειαν reddening or warming up the surface, Theon ap.Gal.6.208.    2 metaph., set on fire, inflame, Ἔρως σὺ δ' εὐθέως με πύρωσον Anacreont. 10.15:—Pass., to be inflamed or excited, παραγγέλμασιν . . πυρωθεὶς καρδίαν A.Ag.481 (lyr.); τινι by a person (with love), AP12.87; εὐχαριστίᾳ Ph.1.60, cf. 2 Ep.Cor.11.29.    II abs., produce fire, Arist. PA649b5:—Pass., to become fire, to be ignited, Pl.Ti.51b, 52d, Arist. Cael.307a24, al.    III treat with fire: roast, grill, Hp.Vict.2.56; bake, πλίνθους Ph.1.420; τὸ σταῖς Arist.Pr.927b39, cf. 929b12 (Pass.); warm on the fire, Agatharch.61 (Pass.); melt, [ἀργυρώματα] IG7.303.15 (Oropus, iii B.C.); make red hot, Ph.1.625 (Pass.); fumigate, δῶμα θεείῳ Theoc.24.96; cauterize, Arist.HA515b18 (Pass.).    2 Pass., to be affected by fire, ὁ χρυσὸς οὐ πυροῦται Id.Mete.378b4.    3 of gold, to be proved or tested by fire, χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός Apoc.3.18: metaph., proved by fire, approved, LXX Ps.17 (18).31, 118 (119).140, Ph.1.57.    4 to be affected by heart-burn, Herod.Med. ap. Aët.9.2.

German (Pape)

[Seite 824] brennen, verbrennen; πυρωθέντων Τρώων, Pind. P. 11, 33; μακρὰν ὀσφὺν πυρώσας, Aesch. Prom. 495; πυρωθὲν ψῆγμα, Ag. 428; übertr., φλογὸς παραγγέλμασιν νέοις πυρωθέντα καρδίαν, Ag. 468; ὅστις ναοὺς πυρώσων ἦλθε, Soph. Ant. 286; πυροῦτε σώματα πάντων, Eur. Herc. Fur. 244, u. öfter; u. in Prosa, Her. 7, 8, 2. 8, 102; πυρουμένη, neben ὑγραινομένη, Plat. Tim. 52 d; Sp., Ἔρως με πύρωσον Anacr. 10, 13, πυρούμενος Δήμωνι, für D. in Liebe entbrannt, Ep. ad. 8 (XII, 87); Theocr. 24, 94 vrbdt καθαρῷ δὲ πυρώσατε δῶμα θεείῳ, reiniget mit Schwefel; – φλὲψ πυροῦται, entzündet sich, Arist. H. A. 3, 5.

Greek (Liddell-Scott)

πῠρόω: μέλλ. -ώσω, (πῡρ) καίω διὰ πυρός, τὰς Ἀθήνας Ἡρόδ. 7. 8, 2., 8. 102· στέγην Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 280· ναοὺς Σοφ. Ἀντ. 286· καίω ὡς ἔμπυρον θυσίαν, ὀσφὺν Αἰσχύλ. Πρ. 497· πυροῦται σώματα Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 244· καταστρέφω διὰ τοῦ πυρός, πυροῦν Κύκλωπος ὄψιν ὁ αὐτ. ἐν Κύκλ. 590, 600. - Μέσ., παῖδα πυρωσαμένη, θέτουσα τὸν υἱόν της ἐπὶ τῆς πυρᾶς, Ἀνθ. Π. 7. 466. - Παθητ., πυρπολοῦμαι, καίομαι, Τρώων πυρωθέντων Πινδ. Π. 11. 50· Ἴλιον πυρούμενον Εὐρ. Ἀνδρ. 400, πρβλ. Τρῳ. 1283· πυρωθῆναι δέμας Εὐρ. Ι. Τ. 685, πρβλ. Μήδ. 1190· πυρούμενον τὸ πταῖς, ὀπτώμενον ἐπὶ τοῦ πυρός, Ἀριστ. Προβλ. 21. 10, πρβλ. 23. 2) μεταφορ., ἀνάπτω, φλέγω, ἔρως π. τινα Ἀνακρεόντ.(;). - Παθ., διακαίομαι, διαφλέγομαι, παραγγέλμασιν… πυρωθεὶς καρδίαν Αἰσχύλ. Ἀγ. 481· ἄλλοτε γὰρ Δήμωνι πυρούμενος, φλεγόμενος διὰ τὸν Δήμωνα, Ἀνθ. Π. 12. 87. ΙΙ. ἀπολ., παράγω πῦρ. Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2.2, 26. - Παθ., γίνομαι πῦρ, ἀνάπτομαι, Πλάτ. Τίμ. 51Β, 52D, Ἀριστ. π. Οὐρ. 3. 8, 11, κ. ἀλλ. ΙΙΙ. Παθ., ὑφίσταμαι πύρωσιν, ὁ χρυσὸς μόνος οὐ πυροῦται Ἀριστ. Μετεωρ. 3. 6. 14. 2) ὡσαύτως ἐπὶ χρυσοῦ, δεδοκιμασμένος πυρί, Ἀποκάλ. γ΄, 18· μεταφορ., ἐπὶ προσώπων, ὁ διὰ πυρὸς δοκιμαζόμενος, δεδοκιμασμένος, Ἑβδ. (Ψαλμ. ΙΖ΄, ΡΙΘ΄. 140). IV. καπνίζω, καθαρῷ δὲ πυρώσατε δῶμα θεείῳ Θεόκρ. 24. 96. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 23.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
1 consumer par le feu, acc. ; Pass. être consumé par le feu ; fig. être enflammé, être ardent, brûler;
2 purifier par le feu.
Étymologie: πῦρ.

English (Slater)

πῠρόω
   1 destroy by fire ἐπεὶ ἀμφ' Ἑλένᾳ πυρωθέντων Τρώων ἔλυσε δόμους ἁβρότατος (πυρωθέντας coni. Snell, Bergk) (P. 11.33)

English (Strong)

from πῦρ; to kindle, i.e. (passively) to be ignited, glow (literally), be refined (by implication), or (figuratively) to be inflamed (with anger, grief, lust): burn, fiery, be on fire, try.

English (Thayer)

passive, present πυροῦμαι; perfect participle πεπυρωμένος; (πῦρ); from Aeschylus and Pindar down; to burn with fire, to set on fire, to kindle; in the N. T. it is used only in the passive:
a. to be on fire, to burn: properly, burn (often understood of indignation, but cf. Meyer); Winer's Grammar, 153 (145)); of anger, with τοῖς θυμοῖς added, equivalent to to be incensed, indignant, πεπυρωμένος, made to glow (R. V. refined): Buttmann, 80 (69) n.)); full of fire; fiery, ignited: τά βέλη ... τά πεπυρωμένα darts filled with inflammable substances and set on fire, Apollod. Bib. 2,5, 2 § 3); melted by fire and purged of dross: χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός, (refined by fire), πυρόω in the Sept. for צָרַף; as τό ἀγρυριον, Psalm 66:10>)).

Greek Monotonic

πῠρόω: μέλ. -ώσω (πῦρ
I. 1. καίω με φωτιά, κατακαίω, σε Ηρόδ., Σοφ.· καίω όπως σε έμπυρη θυσία, σε Αισχύλ., Ευρ.· π. Κύκλωπος ὄψιν, κατακαίω το μάτι του Κύκλωπα, σε Ευρ. — Μέσ., παῖδα πυρωσαμένη, τοποθετώντας τον γιο της στην πυρά, σε Ανθ. — Παθ., τοποθετώ τον εαυτό μου στη φωτιά, πυρπολούμαι, καίγομαι, σε Πίνδ., Ευρ.
2. μεταφ. στην Παθ., φλέγομαι ή εξάπτομαι, διακαίομαι, σε Αισχύλ.
II. Παθ. επίσης, λέγεται για τον χρυσό, δοκιμάζομαι στη φωτιά ή υφίσταμαι πύρωση, σε Καινή Διαθήκη
III. καπνίζω, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

πῠρόω:
1) жечь, истреблять огнем (τὰς Ἀθῆνας Her.; ναούς Soph.): πυρωθὲν ψῆγμα Aesch. сожженные останки; πυροῦται πάντα Arst. все сгорает (т. е. все горюче);
2) жечь на алтаре, сжигать в жертву (μακρὰν ὀσφύν Aesch.);
3) выжигать (Κύκλωπος ὄψιν Eur.);
4) поджаривать (τὸ σταῖς Arst.);
5) воспламенять, зажигать (φλόγα ποιεῖν καὶ π. Arst.; μέρος πεπυρωμένον Plat.): βέλη πεπυρωμένα NT огненные стрелы;
6) распалять, волновать, возбуждать (τινα Anacr.; κρεῖσσον γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι NT): πυρωθεὶς καρδίαν Aesch. охваченный волнением; πυρούμενός τινι Anth. влюбленный в кого-л.;
7) окуривать (δῶμα θεείῳ Theocr.);
8) очищать огнем (χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός NT);
9) подвергать действию огня (νεῦρον φθείρεται πυρωθέν Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πυρόω [πῦρ] in brand steken:; μακρὰν ὀσφῦν π. een lang lendestuk verbranden (bij offers) Aeschl. PV 497; ναοὺς π. tempels in brand steken Soph. Ant. 286; π. Κύκλωπος ὄψιν het oog van de Cycloop uitbranden Eur. Cycl. 594; pass..; πυρωθῆναι δέμας dat mijn lichaam verbrand wordt Eur. IT 685; roosteren, ptc. subst..; πυρούμενα geroosterd vlees Hp. Vict. 2.56; pass. ook overdr. in vuur en vlam raken, opgewonden raken, branden:; παραγγέλμασιν νέοις π. door ongehoorde berichten in vuur en vlam raken Aeschl. Ag. 481; abs.. κρεῖττον... ἐστιν γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι het is beter te trouwen dan te branden (van verlangen) NT 1 Cor. 7.9; Δήμωνι πυρούμενος in vuur en vlam voor Demon AP 12.87.3. met vuur bewerken, met vuur reinigen:. καθαρῷ δὲ πυρώσατε δῶμα θεείῳ jullie moeten het huis uitroken met reinigende zwavel Theocr. Id. 24.96; χρυσίον πεπυρωμένον goud dat in het vuur gelouterd is NT Apoc. 3.18.

Middle Liddell

πῠρόω, fut. -ώσω [πῦρ]
I. to burn with fire, burn up, Hdt., Soph.: to burn as a burnt sacrifice, Aesch., Eur.; π. Κύκλωπος ὄψιν to burn out his eye, Eur.:—Mid., παῖδα πυρωσαμένη having placed one's son on the pyre, Anth.:—Pass. to set on fire, to be burnt, Pind., Eur.
2. metaph. in Pass. to be inflamed or excited, Aesch.
II. Pass. also, of gold, to be proved or tested by fire, NTest.
III. to fumigate, Theocr.

Chinese

原文音譯:purÒw 匹羅哦
詞類次數:動詞(6)
原文字根:火
字義溯源:點燃,燃燒,焚燒,鍛煉,煉成,火,火熱,熱望,焦急;源自(πῦρ)*=火)。參讀 (ἀνάπτω)同義字參讀 (πῦρ)同源字
出現次數:總共(6);林前(1);林後(1);弗(1);彼後(1);啓(2)
譯字彙編
1) 火(2) 弗6:16; 彼後3:12;
2) 煉成的(1) 啓3:18;
3) 鍛煉著(1) 啓1:15;
4) 焚燒(1) 林前7:9;
5) 焦急(1) 林後11:29