Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πωγωνιαῖος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πωγωνιαῖος Medium diacritics: πωγωνιαῖος Low diacritics: πωγωνιαίος Capitals: ΠΩΓΩΝΙΑΙΟΣ
Transliteration A: pōgōniaîos Transliteration B: pōgōniaios Transliteration C: pogoniaios Beta Code: pwgwniai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A bearded, Gloss.

German (Pape)

[Seite 826] bärtig (?).

Greek (Liddell-Scott)

πωγωνιαῖος: -α, -ον, ἔχων πώγωνα, Γλωσσ.

Greek Monolingual

-α, -ο / πωγωνιαῑος, -αία, -ον, ΝΑ
πωγωνάτος
νεοελλ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον πώγωνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πώγων «πιγούνι, γένι» + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ. κροταφ-ιαῖος)].