Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πωλευτικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πωλευτικός Medium diacritics: πωλευτικός Low diacritics: πωλευτικός Capitals: ΠΩΛΕΥΤΙΚΟΣ
Transliteration A: pōleutikós Transliteration B: pōleutikos Transliteration C: poleftikos Beta Code: pwleutiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A skilled in horsebreaking, ib.11.36.

Greek (Liddell-Scott)

πωλευτικός: -ή, -όν, ἔμπειρος εἰς πωλοδαμνίαν, Αἰλ. π. Ζ. 11. 36.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
habile à dresser de jeunes chevaux.
Étymologie: πωλεύω.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α πωλευτής
ο έμπειρος, ο επιτήδειος στο να δαμάζει και να γυμνάζει νεαρά άλογα ιππασίας και, γενικά, νεαρά ζώα.