Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πόλος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: πόλος Medium diacritics: πόλος Low diacritics: πόλος Capitals: ΠΟΛΟΣ
Transliteration A: pólos Transliteration B: polos Transliteration C: polos Beta Code: po/los

English (LSJ)

ὁ, (πέλω, πέλομαι, πολέω)

   A piuot on which anything turns, axis:    1 axis of the celestial sphere, γῆν ἰλλομένην τὴν περὶ τὸν διὰ παντὸς πόλον τεταμένον Pl.Ti.40c.    2 pole of this axis, ὁ ἄνω, ὁ κάτω π., Arist.Cael.285b9, cf. Mete.362a33; π. φανερός, ἀφανής, Id.Cael. 285b21; π. ἀρκτικός, ἀνταρκτικός, Id.Mu.392a2; π. βόρειος, νότιος, Hipparch.1.4.1, 1.8.14, cf. Gem. 16.11, Cleom.1.4, Ptol.Alm.2.6; π. τοῦ ὁρίζοντος the zenith, Euc.Phaen.p.18 M.; λόξωσις τοῦ π. inclination of the pole (of the zodiac), Ocell.2.23.    b pole-star, Eratosth. Cat.2.    3 celestial sphere, vault of heauen, sky, A.Pr.429 (lyr.), E.Fr. 839.11 (anap.); ἄστρων π. Id.Or.1685 (anap.), cf. eund.Eleg.2; τὸ τοῦ π. τοῦ παντὸς ἡμισφαίριον Alex.261.7; ὀρνίθων π. Ar.Av.179; ψυχὴ δ' αἰθέριον κατέχει π. Epigr.Gr.225 (Ephesus); ἀπ' ἀντολίης πόλον ἥλατο χρύσεα κύκλα ἠελίου AP14.139 (Metrod.).    b ὑπὸ τὸν αὐτὸν π. in the same latitude, Gal.17(1).16.    4 orbit of a star, Pl.Epin.986c.    5 crown of the head, Hsch.; the whole head, Poll.2.99.    II centre of the circular threshing-floor, X.Oec.18.8.    III pole passing through the axle-tree of a carriage, as a shock-absorber, D.S.18.27.    IV concave sun-dial (called πόλος from being shaped like the vault of heaven), on which the shadow was cast by the γνώμων, Hdt.2.109, Ar.Fr.163: fem. in Luc.Lex.4.    2 διακόσμησις τοῦ π. organization of the calendar, OGI56.46 (Canopus, iii B. C.).    V head-dress, worn by goddesses, e.g. Aphrodite, Paus.2.10.5; Tyche, Id.4.30.6.    VI Archit., dowel, IG22.1675.4, al.    VII crescent-shaped projection on a machine for reducing dislocations, Philistion ap. Orib.49.4.37.    VIII windlass, capstan, BGU544.24 (pl., ii A. D.).

German (Pape)

[Seite 658] ὁ (πέλομαι), 1) der Punkt, die Achse, um die sich Etwas dreht, bes. die Erd- und Himmelsachse, auch ihre Endpunkte, Nord- u. Südpol; οὐράνιόν τε πόλον νώτοις ὑποστενάζει, Aesch. Prom. 427; λαμπρῶν ἄστρων πόλον ἐξανύσας, Eur. Or. 1685; Ar. Av. 179 ὀρνίθων πόλος, komisch erklärt ὥςπερ εἴποι τις τόπος· ὅτι δὲ πολεῖται τοῦτο καὶ διέρχεται ἅπαντα, διὰ τοῦτό γε καλεῖται νῦν πόλος. Vgl. Plat. Tim. 40 b Crat. 405 c. Auch die Erdkugel und der Himmel selbst. – Bei Eratosth. Catast. 2 der Polarstern. – 2) umgewendetes, umgepflügtes Land, Xen. oec. 18, 8. – 3) bei D. Sic. 18, 27 eine Art von Schwungfeder auf der Wagenachse, auf welcher der Wagenkasten ruht. – 4) ein astronomisches Instrument, das die Wechsel der Jahreszeiten anzeigt, καὶ γνώμων, Her. 2, 109; Poll. 9, 46; vgl. Ath. V, 208. Nach Luc. Lexiph. 4 scheint es in dieser Bdtg fem. gewesen zu sein; vgl. Ideler Chronol. 1 p. 233.

Greek (Liddell-Scott)

πόλος: ὁ, (πέλω, πέλομαι, πολέω) ἀκίνητόν τι πρᾶγμα περὶ ὃ ἕτερόν τι στρέφεται, πόλος, ἄξων· 1) ὁ ἄξων σφαίρας, γῆν εἰλουμένην περὶ τὸν διὰ παντὸς πόλον τεταμένον Πλάτ. Τίμ. 40Β· ὁ ἄνω, ὁ κάτω π., τὸ ἀνώτερον, τὸ κατώτερον ἄκρον τοῦ ἄξονος, Ἀριστ. π. Οὐρ. 2. 2, 12 κἑξ., Μετεωρ. 2. 5, 12· π. ἀρκτικός, ἀνταρκτικὸς ὁ αὐτ. π. Κόσμ. 2. 5· π. ἀρκτικός, νότιος Πτολ.· ὡσαύτως καλοῦνται ὁ φανερὸς καὶ ὁ ἀφανὴς Ἀριστ. π. Οὐρ. 2. 2, 14· π. τοῦ ὁρίζοντος, κατακόρυφον σημεῖον, τὸ ζενίθ, Εὐκλ.· ― ἐντεῦθεν, ὁ πολικὸς ἀστήρ, Ἐρατοσθ. Καταστ. 2, πρβλ. Ἕρμανν. εἰς Εὐρ. Ἴωνα σ. ΧΙΧ. 2) ἡ σφαῖρα ἡ περὶ τὸν ἄξονα τοῦτον στρεφομένη, δηλ. ὁ θόλος τοῦ οὐρανοῦ, τὸ στερέωμα, Λατ. polus, Αἰσχύλ. Πρ. 430, Εὐρ. Ἀποσπ. 836. 11· ἄστρων π. ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 1685· τὸ τοῦ π. ἅπαντος ἡμισφαίριον Ἄλεξις ἐν Ἀδήλ. 1. 7, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 179 κἑξ.· ψυχὴ δ’ αἰθέριον κατέχει πόλον Συλλ. Ἐπιγρ. 3026. 3) ἡ τροχιὰ ἀστέρος, Πλάτ. Ἐπίν. 986C, Ἀνθ. Π. παράρτ. 27. 4) ἡ στεφάνη τῆς κεφαλῆς, Ἡσύχ.· ἢ ἡ ὅλη κεφαλή, Πολυδ. Β΄, 99. ΙΙ. γῆ διὰ τοῦ ἀρότρου ἀνοιγόμενη, Ξεν. Οἰκ. 18. 8. ΙΙΙ. ἐλατήριον τιθέμενον ἐπὶ τοῦ ἄξονος ὅπως ὑποβαστάζῃ τὸ σῶμα τῆς ἁμάξης, Διόδ. 18. 27. IV. κοῖλον ἡλιακὸν ὡρολόγιον (ὅπερ καλεῖται πόλος ὡς ἔχον τὸ σχῆμα τοῦ οὐρανίου θόλου), ἐν ᾧ ἡ σκιὰ παρήγετο διὰ τοῦ γνώμονος, Ἡρόδ. 2. 109, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 210, Λουκ. Λεξιφάν. 4, Ἀνθ. Π. 14, 139, Ἀθήν. 207F, Σουΐδ. ἐν λ. Ἀναξίμανδρος.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
I. pivot sur lequel tourne une chose, d’où
1 cercle décrit autour d’un axe ; ciel, voûte céleste;
2 cadran solaire, selon d’autres, instrument astronomique pour indiquer les changements de saisons;
II. ce qu’on retourne, particul. terre retournée, labourée.
Étymologie: πέλομαι.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
1. καθένα από τα δύο άκρα του νοητού άξονα γύρω από τον οποίο φαίνεται να στρέφεται η ουράνια σφαίρα ή του άξονα περιστροφής της Γης ή άλλων ουράνιων σωμάτων (α. «γεωγραφικοί πόλοι της Γης» — καθένα από τα δύο σημεία στα οποία ο στιγμιαίος άξονας περιστροφής της Γης συναντά την επιφάνειά της
β. «ουράνιος πόλος» — καθένα από τα δύο σημεία στα οποία ο άξονας περιστροφής της Γης, προεκτεινόμενος νοερά στο άπειρο, συναντά την ουράνια σφαίρα)
2. φρ. «βόρειος πόλος», «νότιος πόλος» — το βόρειο άκρο του άξονα της γήινης ή ουράνιας σφαίρας και, αντίστοιχα, το νότιο
νεοελλ.
1. η περιοχή γύρω από τα δύο σημεία στα οποία ο νοητός άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται η Γη τέμνει τη γήινη σφαίρα
2. τεχνολ. καθένα από τα δύο άκρα ενός άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ένα σφαιρικό σώμα
3. (ηλεκτρολ.) καθένας από τους ακροδέκτες μιας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας, λ.χ. μπαταρίας, στήλης, γεννήτριας, οι οποίοι προορίζονται για τη σύνδεση της πηγής με ένα ηλεκτρικό κύκλωμα
4. εκκλ. ένα από τα πλουσιότερα διακοσμημένα τμήματα στις τέσσερεις γωνίες του αμφίου τών επισκόπων που λέγεται μανδύας
5. μτφ. καθετί που είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με κάτι άλλο
6. μαθημ. α) καθένα από τα δύο σημεία στα οποία η διάμετρος μιας σφαίρας
τέμνει την επιφάνεια της σφαίρας
β) η αρχή ενός συστήματος πολικών συντεταγμένων
7. φρ. α) «μαγνητικοί πόλοι»
αστρον. καθένα από τα δύο σημεία τομής του μαγνητικού άξονα του πλανήτη μας ή ενός άλλου πλανήτη με την επιφάνειά του
β) «γεωμαγνητικοί πόλοι»
αστρον. τα σημεία εκείνα για τα οποία η μαγνητική έγκλιση θα ήταν ίση με 90° εφόσον θεωρηθεί ότι η γήινη σφαίρα είναι ομοιόμορφα μαγνητισμένη
γ) «πόλοι μαγνήτη» — καθένα από τα δύο τμήματα ενός μαγνήτη όπου πραγματοποιείται η έξοδος (βόρειος πόλος) ή η είσοδος (νότιος πόλος) τών δυναμικών γραμμών του μαγνητικού πεδίου
δ) «βόρειος μαγνητικός πόλος της Γης»
γεωγρ. το σημείο στο οποίο το βόρειο άκρο του άξονα του μαγνητικού πεδίου της Γης τέμνει τη γήινη επιφάνεια και το οποίο βρίσκεται σε σημαντική απόσταση από τον βόρειο γεωγραφικό πόλο
ε) «νότιος μαγνητικός πόλος»
γεωγρ. το σημείο στο οποίο το νότιο άκρο του άξονα του μαγνητικού πεδίου της Γης τέμνει τη γήινη επιφάνεια και το οποίο βρίσκεται σε σημαντική απόσταση από τον νότιο γεωγραφικό πόλο
στ) «μετατόπιση πόλων»
γεωλ. η μετανάστευση πάνω στη γήινη επιφάνεια τών μαγνητικών πόλων της Γης με την πάροδο του γεωλογικού χρόνου
ζ) «πόλοι αντιστάθμισης»
(ηλεκτρολ.) βοηθητικοί πόλοι ηλεκτρικής γεννήτριας οι οποίοι τοποθετούνται στις ουδέτερες ζώνες και διεγείρονται εν σειρά από το ρεύμα φόρτου
η) «αρνητικός πόλος» — ο πόλος ηλεκτρικής πηγής ο οποίος βρίσκεται στο χαμηλότερο δυναμικό
θ) «ζωικός πόλος»
(στα ετερολεκιθικά αβγά) το άκρο του αβγού το οποίο δεν περιέχει σχεδόν καθόλου αλλοπλασματικά έγκλειστα
ι) «φυτικός πόλος»
(στα ετερολεκιθικά αβγά) το σημείο του αβγού το οποίο είναι πλούσιο σε λεκιθικά έγκλειστα και βαρύτερο
ια) «ψυχρός πόλος» ή «πόλος ψύχους»
γεωγρ. περιοχή της Γης όπου σημειώνονται οι χαμηλότερες απόλυτες θερμοκρασίες
αρχ.
1. ακίνητο πράγμα γύρω από το οποίο στρέφεται κάτι άλλο, ο άξονας
2. ο πολικός αστέρας
3. ο θόλος του ουρανού, το στερέωμα
4. το γεωγραφικό πλάτος
5. η τροχιά αστέρα
6. οργωμένη γη
7. ελατήριο άξονα άμαξας που υποβαστάζει το κέντρο της άμαξας («κατὰ δὲ τὸ μέσον μῆκος εἶχον πόλον ἐνηρμοσμένον μηχανικῶς», Διοδ.)
8. αστρονομικό όργανο που έδειχνε τις τέσσερεις εποχές του έτους ή ηλιακό ωρολόγιο σε σχήμα δίσκου στο κέντρο του οποίου μικρή εμπεπηγμένη ράβδος έδειχνε με τη σκιά της τις ώρες της ημέρας
9. κάλυμμα της κεφαλής που φορούσαν οι θεές
10. γόμφος
11. ημισεληνοειδής προεξοχή σε μηχάνημα η οποία χρησίμευε στην ανάταξη εξαρθρωμένων μελών
12. εργάτης, βαρούλκο
13. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ τῆς κεφαλῆς στεφάνη»
14. (κατά τον Πολυδ.) «ἡ κεφαλή»
15. φρ. «πόλος τοῦ ὁρίζοντος» — το κατακόρυφο σημείο, το ζενίθ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολ-, ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας πελ- του πέλομαι / πέλω. Η λ. χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως επιστημον. όρος (βλ. λ. πέλω)].

Greek Monotonic

πόλος: ὁ (πέλω),·
I. άξονας, αρμός, πόλος·
1. ο άξονας της σφαίρας της γης, σε Πλάτ. κ.λπ.
2. η σφαίρα που περιστρέφεται γύρω από άξονα, δηλ. ο θόλος του ουρανού, ουρανός ή στερέωμα, Λατ. polus, σε Αισχύλ., Ευρ.
3. τροχιά άστρου, σε Ανθ.
II. έδαφος που καλλιεργείται με το άροτρο, σε Ξεν.
III. κοίλωμα ηλιακού ρολογιού (ονομάζεται πόλος από το σχήμα του, που μοιάζει με τον θόλο του ουρανού), σε Ηρόδ., Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πόλος: ὁ (редко ἡ, см. 7) πέλομαι
1) ось: ὁ διὰ παντὸς π. τεταμένος Plat. проходящая через вселенную ось;
2) оконечность оси, полюс: π. ἀρκτικός (ἀνταρκτικός) Arst. северный (южный) полюс;
3) небесный свод, небо (ἄστρων π. Eur.): οὐράνιον πόλον νώτοις ὁποστενάζει Aesch. (Атлант) со стонами держит на (своей) спине небесный свод;
4) круговой путь, оборот (sc. τοῦ χρόνου Plat.);
5) распаханное поле Xen.;
6) рессора колесной оси Diod.;
7) (Luc. ἡ) солнечные часы (сферические) (π. καὶ γνώμων Her.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πόλος -ου, ὁ [πέλομαι] as, spec. astr. hemelas; Plat. Tim. 40c; baan (van ster); Plat. Epin. 986c; hemelgewelf:; λαμπρῶν ἄστρων πόλον ἐξανύσας na de hemelstreek met de stralende sterren doorgetrokken te zijn Eur. Or. 1685; zonnewijzer; ook fem.:. ὁ γνώμων σκιάζει μέσην τὴν πόλον de wijzer werpt schaduw over het midden van de zonnewijzer Luc. 46.4.

Etymological

Grammatical information: m.
See also: s. πέλομαι.

Middle Liddell

πόλος, ὁ, πέλω
I. a pivot, hinge, axis:
1. the axis of the globe, Plat., etc.
2. the sphere which revolves on this axis, i. e. the vault of heaven, the sky or firmament, Lat. polus, Aesch., Eur.
3. the orbit of a star, Anth.
II. land turned up with the plough, Xen.
III. a concave dial (called πόλος from being shaped like the vault of heaven), Hdt., Anth.