Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πόντος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: πόντος Medium diacritics: πόντος Low diacritics: πόντος Capitals: ΠΟΝΤΟΣ
Transliteration A: póntos Transliteration B: pontos Transliteration C: pontos Beta Code: po/ntos

English (LSJ)

ὁ: Ep. gen.

   A ἐκ ποντόφιν Od.24.83:—sea, esp. open sea, common from Hom. downwds., exc. in Prose, where it is chiefly used of special seas (v. infr. 11); in the general sense, ὁπότε πνεῦμα ἐκ πόντου εἴη Th.4.26, cf. Pl.R.611e, Ti.25a, LXX Ex.15.5; π. ἀπείριτος, ἀπείρων, εὐρύς, μεγακήτης, Od.10.195, Il.1.350,6.291, Od.3.158; π. ἠεροειδής, ἰοειδής, μέλας, οἶνοψ, 2.263, 11.107, Il.24.79, 23.316; π. ἀτρύγετος, ἰχθυόεις, 15.27,19.378; opp. γαῖα, 8.479, etc.; κέλευθοι, πλάξ, πεδίον πόντου, Pi.P.4.195,1.24, A.Fr.150 (anap.); π. ἁλὸς πολιῆς the wide waters of the grey brine, Il.21.59, Thgn.10,106; πόντου γέφυρα, πύλαι, of the Isthmus, Pi.N.6.39,10.27.    2 metaph., π. ἀγαθῶν Sophr.159; π. χρυσίου Phoen.1.2; ἐκπεσεῖν εἰς τὸν ἀνομοιότητος π. Pl.Plt.273d (ap.Dam.Pr.5).    II of special seas, π. Ἰκάριος, Γρηΐκιος, Il.2.145, 23.230; ὁ Αἰγαῖος π. Hdt.2.97, etc.; ὁ π. οὗτος Id.4.177 (v.l.); Ἰόνιος, Σαρωνικός, Σικελός, E.Tr.225 (lyr.), Hipp.1200, Cyc.703: esp. π. Εὔξεινος, Id.IT125 (lyr., nisi leg. Ἄξεινος) ; ὁ Εὔξεινος π. Hdt. 1.6, Th.2.96,97 (called Ἄξεινος, E.IT218 (lyr.)); generally called simply ὁ Πόντος or Πόντος, A.Pers.878 (lyr.), Hdt.7.147, Ar.V.700, Arist.Mete.354a14, al.; but Hdt. has also ὁ πόντος for the sea, 4.99, 177.    2 the country Pontus on the S. shore of the Black Sea, App.Mith.8, etc.: Adj. Ποντικός (q.v.).    III personified as son of Gaia, Hes.Th.132,233 sq. (Cogn. with πάτος, q.v.)

German (Pape)

[Seite 681] ὁ (mit βένθος, βάθος zusammenhangend), das Meer, bes. das hohe Meer; Hom. oft, Ggstz von γαῖα Il. 8, 479; er vrbdt auch πόντος ἁλὸς πολιῆς, 21, 59, etwa »das hohe Meer der grauen Salzfluth«, vgl. unter πέλαγος; κύματα μακρὰ θαλάσσης, πόντου Ἰκαρίοιο, 2, 145, die langen Wellen auf dem hohen Meere; er nennt es οἶνοψ, μέλας, ἰοειδής, ἰχθυόεις, πολύκλυστος, μεγακήτης; Pind. πόντου πλάκα, P. 1, 24; γᾶν τε καὶ πόντον κατ' ἀμαιμάκετον, 1, 14; πόντου περῶσα φλοῖσβον, Aesch. Prom. 794, u. öfter, wie Soph. u. Eur., wie in Prosa überall (s. auch nom. pr.). – Uebertr. jede ungeheure Menge od. Fülle, wie Phoenix Coloph. bei Ath. XII, 530 d Νίνος, ὅστις εἶχε χρυσίου πόντον.

Greek (Liddell-Scott)

πόντος: -ου, ὁ, Ἐπικ. γεν. ἐκ ποντόφιν Ὀδ. Ω. 83· (ἴδε ἐν τέλ.)· ― ἡ θάλασσα, μάλιστα ἡ ἀναπεπταμένη θάλασσα, τὸ πέλαγος, κοινὸν ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καὶ ἑξῆς, πλὴν παρὰ πεζογράφοις παρ’ οἷς κυρίως κεῖται ἐπὶ ὡρισμένων θαλασσῶν (ἴδε κατωτ. ΙΙ)· ἀπαντᾷ ὅμως καὶ ἐπὶ τῆς γενικῆς σημασίας τῆς θαλάσσης, ὁπότε πνεῦμα ἐκ τούτου εἴη Θουκ. 4. 26, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 611Ε, Τίμ. 25Α· τὰ Ὁμηρικὰ ἐπίθετα εἶναι, ― ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν, ἀπείριτος, ἀπείρων, εὐρύς, μεγακήτης· ὡς πρὸς τὸ χρῶμα, ἠεροειδής, ἰοειδής, μέλας, οἶνοψ· ὡσαύτως ἀτρύγετος, ἰχθυόεις (ἴδε τὰς λέξεις)· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γαῖα, Ἰλ. Θ. 479, κτλ.· κέλευθοι, πλάξ, πεδίον πόντου Πινδ. Π. 4. 347., 1. 46, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 150· κύματα μακρὰ θαλάσσης, πόντου Ἰκαρίοιο Ἰλ. Β. 145· ἀλλά, πόντος ἁλὸς πολιῆς, τὰ ἀχανῆ ὕδατα τῆς πολιᾶς θαλάσσης, Φ. 59, Θέογν. 10, 106· οὕτω pontus maris Οὐεργιλίου Αἰν. 10. 377· (πρβλ. πέλαγος)· ― πόντου γέφυρα ἢ πύλαι, ἐπὶ τοῦ Κορινθιακοῦ Ἰσθμοῦ, Πινδ. Ν. 6. 67., 10. 50. 2) μεταφορ., πόντος ἀγαθῶν Σώφρων 101 Ahr., ― ἄφθονον πλῆθος..., πρβλ. τὸ τοῦ Σαιξπήρου “sea of troubles”· ― οὕτω, π. χρυσίου Φοίνιξ ὁ Κολοφώνιος παρ’ Ἀθην. 530Ε. ΙΙ. ἐπὶ ὡρισμένων θαλασσῶν, π. Ἰκάριος, Θρηίκιος Ἰλ. Β. 145, Ψ. 230· ὁ Αἰγαῖος π. Ἡρόδ. 2. 97, κτλ.· Ἰόνιος, Σαρωνικός, Σικελός, κτλ., Εὐρ. Τρῳ. 226, Ἱππ. 1200, Κύκλ. 703· ― ἀλλὰ συνηθέστατα π. Εὔξεινος Εὐρ. Ι. Τ. 123 ὁ Εὔξεινος π. Ἡρόδ. 1. 6, Θουκ. 2. 96, 97· (καλούμενος ἄξεινος Εὐρ. Ι. Τ. 218, πρβλ. Ovid. Trist. 4. 55)· συνήθως δ’ ἐκαλεῖτο ἁπλῶς ὁ Πόντος ἢ ἄνευ τοῦ ἄρθρου Πόντος, Ἡρόδ. 7. 147, Αἰσχύλ. Πέρσ. 878, Ἀριστοφ. Σφ. 700, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 1, 11, κ. ἀλλ.· ἀλλ’ ὁ Ἡρόδ. καλεῖ καὶ ἅπασαν τὴν Μεσόγειον θάλασσαν Πόντον μετὰ τοῦ ἄρθρου ἢ ἄνευ ἄρθρου, 4. 8, 99, 177. 2) ἡ χώρα Πόντος κατὰ τὸ ἀνατολικὸν ἄκρον τῆς Μαύρης θαλάσσης, Ἀππ. Μιθρ. 8, κτλ.· ― ὅθεν Ποντικός, ὃ ἴδε. ΙΙΙ. ἐν τῇ Μυθολογίᾳ ὁ Πόντος ἦν υἱὸς τῆς Γαίας καὶ πατὴρ τοῦ Νηρέως, Ἡσ. Θ. 132. 233 κἑξ. (ὁ Κούρτ. φρονεῖ ὅτι πόντος κατ’ ἀρχὰς ἐσήμαινεν ἀτραπὸν (= ὑγρὰ κέλευθα), συγγενεύων πρὸς τὸ πάτος, καθ’ ὃν τρόπον τὸ βένθος πρὸς τὸ βάθος, τὸ πένθος πρὸς τὸ πάθος· ― οὕτω, Λατ. pons κατ’ ἀρχὰς ἐσήμαινε στενὴν δίοδον, Non. καὶ Fest. ἐν λ. sexagenarii).

French (Bailly abrégé)

(ὁ) :
mer, particul. haute mer, pleine mer ; θάλασσα πόντου IL les flots de la mer ; πόντος ἁλός IL la surface de l’onde salée ; p. ext. mer en gén.
Étymologie: R. Πατ, marcher, passer ; v. πατέομαι, πάτος ; cf. βένθος et βάθος, πένθος et πάθος.
Par. θάλασσα, πέλαγος.

English (Autenrieth)

gen. ποντόφιν: the deep sea, deep; w. specific adj., Θρηίκιος, Ἰκάριος; πόντος ἁλός, the ‘briny deep’ (cf. ἁλὸς ἐν πελάγεσσιν), Il. 21.59.

English (Slater)

πόντος (-ος, -ου, -οιο, -ῳ, -ον.)
   1 sea ἐν πόντῳ (O. 12.3) γᾶν τε καὶ πόντον κατ' ἀμαιμάκετον (P. 1.14) ἐς βαθεῖαν πόντου πλάκα (P. 1.24) ἀπὸ ναῶν ὅ σφιν ἐν πόντῳ βάλεθ' ἁλικίαν (P. 1.74) βαθὺν πόντον περάσαις (P. 3.76) “ἐκ πόντου σαώθη” (P. 4.161) πόντου κελεύθους (P. 4.195) πόντῳ τ' ἐρυθρῷ (P. 4.251) “καὶ μέλλεις ὑπὲρ πόντου Διὸς ἔξοχον ποτὶ κᾶπον ἐνεῖκαι” (P. 9.52) ὅσσους μὲν ἐν χέρσῳ κτανών, ὅσσους δὲ πόντῳ θῆρας ἀιδροδίκας (N. 1.63) οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τ (N. 4.67) ὃν Ψαμάθεια τίκτ' ἐπὶ ῥηγμῖνι πόντου (N. 5.13) καὶ πέραν πόντοιο πάλλοντ' αἰετοί (N. 5.21) πόντου τε γέφυρ' ἀκάμαντος (cf. (I. 4.20) ) (N. 6.39) πολλὰ μὲν ἐν κονίᾳ χέρσῳ, τὰ δὲ γείτονι πόντῳ φάσομαι (N. 9.43) τρὶς μὲν ἐν πόντοιο πύλαισι λαχών at the Isthmus (N. 10.27) ὀρνιχολόχῳ τε καὶ ὃν πόντος τράφει (I. 1.48) καὶ πάγκαρπον ἐπὶ χθόνα καὶ διὰ πόντον βέβακεν ἐργμάτων ἀκτὶς (I. 4.41) ἐριζόμεναι νᾶες ἐν πόντῳ (I. 5.5) οἷοι δ' ἀρετὰν δελφῖνες ἐν πόντῳ (I. 9.7) θεοδμάτα πόντου θύγατερ Delos fr. 33c. 2. ὀνομακλύτα γ' ἔνεσσι Δωριεῖ μεδέοισα [πό]ντῳ νᾶσος sc. Αἴγινα (Pae. 6.124) πόντου κενέωσιν λτ;γτ; ἂμ πέδον (Pae. 9.16) πόντοιο Πα. 13. a. 4. ὠκύαλον τε πόντου [ῥ]ιπὰν ἐτάραξε (ὠκύαλον Νότου ῥιπὰν coni. Wil.) Παρθ. 2. 1. ἄστρα τε καὶ ποταμοὶ καὶ κύματα πόντου fr. 136. ἀκύμονος ἐν πόντου πελάγει fr. 140b. 16. ἐπερχόμενον τε μαλάσσοντες βίαιον πόντον ὠκείας τ' ἀνέμων ῥιπάς *fr. 140c. 2*. ὅσ' ἀγλαὰ χθὼν πόντου τε ῥιπαὶ φέροισιν fr. 220. 3. πόντον ἐρίβρομον ?fr. 351. ]τρέφεται καὶ ὅσ' ἐν πόντῳ[ P. Oxy. 2622, fr. 1. 13 ad ?fr. 346.

Greek Monolingual

(I)
ο, ΝΜΑ
1. η θάλασσα, ιδίως η ανοιχτή, το πέλαγος
2. ως κύριο όν. ο Πόντος
η χώρα που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας
3. φρ. «Εύξεινος Πόντος» ή, απλώς, «Πόντος» — εσωτερική θάλασσα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας η οποία συγκοινωνεί βορείως με την Αζοφική και νοτίως με την Προποντίδα, η Μαύρη Θάλασσα
αρχ.
1. θαλάσσια έκταση προσδιορισμένη γεωγραφικά («τῇσι ἐν τῷ Αἰγαίῳ πόντῳ νήσοισι», Ηρόδ.)
2. (στον Ηρόδ. ως κύριο όν.) η Μεσόγειος Θάλασσα
3. μτφ. πλήθος
4. (στη μυθ. ως κύριο όν.) προσωποποίηση ή γενική έννοια του υγρού θαλάσσιου στοιχείου, γιος της Γαίας και πατέρας του Νηρέως
5. φρ. «πόντου γέφυρα» ή «πόντου πύλαι» — ο Ισθμός της Κορίνθου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική κυρίως λ., η οποία ανάγεται στην ΙΕ ρίζα pont(h)āx «δρόμος, γέφυρα, μονοπάτι» (< pent- «μπαίνω, πηγαίνω») και συνδέεται με τ. πολλών άλλων γλωσσών, οι οποίοι εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία μορφών, όπως: αρχ. ινδ. panthāh, pathā, αβεστ. pant «μονοπάτι, δρόμος», αρχ. πρωσ. pintis. Τον ίδιο φωνηεντισμό με την ελλ. λ. πόντος εμφανίζει το λατ. pons, pontis «γέφυρα», καθώς και τ. τών νεώτερων γλωσσών, πρβλ. γαλλ. pont «γέφυρα», γερμ. Ponton «πλωτή γέφυρα», αγγλ. pontoon «πέρασμα, πορθμείο, πλωτή γέφυρα». Οι περισσότεροι από τους τ. αυτούς έχουν τη σημ. «μονοπάτι, γέφυρα, διάβαση, δρόμος που ανοίγεται μέσα από εμπόδια». Επομένως και η ελλ. λ. πόντος πρέπει να σήμαινε αρχικά «διάβαση, πέρασμα της θάλασσα, πορθμός» (πρβλ. Ελλήσ-ποντος) και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει γενικότερα τη θάλασσα, το πέλαγος, ακολουθώντας μια σημασιολογική εξέλιξη αναμενόμενη για έναν λαό ναυτικό, όπως ο ελληνικός, ο οποίος χρησιμοποίησε τη θάλασσα ως πέρασμα από τη μια χώρα στην άλλη. Στη συνεσταλμένη βαθμίδα της ίδια ρίζας (pņthә-) θα μπορούσε πιθ. να αναχθεί και η λ. πάτος με σημ. «μονοπάτι, δρόμος που πατιέται συχνά» (βλ. και λ. πατώ). Τέλος, η λ. απαντά πιθ. και στη Μυκηναϊκή στους τ. po-to, po-teu και στο ανθρωπωνύμιο poteus, αν αυτό αντιστοιχεί με το Ποντεύς (< πόντος).
ΠΑΡ. ποντιάς, ποντίζω, πόντιος
αρχ.
ποντόθεν, ποντόνδε
αρχ.-μσν.
ποντικός (Ι), ποντῶ
νεοελλ.
ποντιακός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ποντοπόρος
αρχ.
ποντάρχης, ποντοβαφής, ποντόβροχος, ποντογενής, ποντοθήρης, ποντοκράτωρ, ποντοκύκη, ποντομέδων, ποντοναύτης, ποντοπαγής, ποντοπλάνητος, ποντοπλάνος, ποντοπλόος, ποντοποσειδών, ποντοτίνακτος, ποντοφάρυξ, ποντοχάρυβδις
μσν.
ποντοβαίνω, ποντοβάμων, ποντογείτων, ποντογέφυρα
νεοελλ.
ποντοπλοΐα. (Β' συνθετικό) αρχ. οπισθόποντος, χαραξίποντος.
(II)
και πούντος, ο, Ν
1. το ένα εκατοστό του μέτρου, το εκατοστόμετρο
2. (στα τυχερά παιχνίδια, ιδίως στα χαρτοπαίγνια) υποθετικό σημείο που λαμβάνεται ως μονάδα βαθμολογικής μέτρησης
3. (σε αθλητικούς αγώνες) υποθετικό σημείο που χρησιμοποιείται κατά τη βαθμολόγηση τών επιτυχιών
4. καθένα τραπουλόχαρτο ή καθένας από τους αριθμούς που χρησιμοποιούνται στα τυχερά παιχνίδια για να ποντάρει ο παίκτης
5. μικρή θηλεια που γίνεται κατά το πλέξιμο («μού έφυγε ένας πόντος, στην αριστερή κάλτσα»)
6. φρ. α) «είναι (γερός) πόντος» — είναι απατεώνας, είναι άνθρωπος στον οποίο δεν μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη
β) «ρίχνω πόντους» — προσπαθώ να βολιδοσκοπήσω με υπαινιγμούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. ponto «άκρη, μύτη»].

Greek Monotonic

πόντος: -ου, ὁ, Επικ. γεν. ποντόφιν·
I. θάλασσα, ιδίως, ανοιχτό πέλαγος, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. λέγεται για συγκεκριμένες θάλασσες, πόντος Ἰκάριος, Θρηΐκιος, σε Ομήρ. Ιλ.· ὁ Αἰγαῖος πόντος, σε Ηρόδ.· Ἰόνιος, Σαρωνικός, Σικελός, σε Ευρ.· αλλά συνηθέστερα, πόντος Εὔξεινος, στον ίδ.· ὁ Εὔξεινος πόντος, σε Ηρόδ.· γενικά αποκαλείται απλά ως ὁ Πόντος ή Πόντος, στον ίδ., Αττ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πόντος -ου, ὁ, ep. gen. ποντόφιν zee, open zee, zelden in proza. Zee (als specifieke zee):. π. Ἰκάριος Icarische Zee Il. 2.145; π. Εὔξεινος Zwarte Zee.

Russian (Dvoretsky)

πόντος: ὁ (эп. gen. ποντόφιν Hom.) море, преимущ. открытое (πόντου κέλευθοι Pind.): π. ἁλός и θάλασσα πόντου Hom. морская ширь или пучина; πόντου γέφυρα или πύλαι Pind. = Ἰσθμός; π. Ἰκάριος Hom. Икарийское море; ὁ Αἰγαῖος π. Her. Эгейское море; ὁ Εὔξεινος π. Her., Eur. Эвксинский понт, ныне Черное море (см. ἄξενος).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: sea, high sea (ep. Il.), often in PN, e.g. ὁ Εὔξεινος πόντος the Black Sea, for which also () Πόντος (IA.), also as name of the south coast of the Black Sea and a state there (App. a.o.).
Compounds: Compp., e.g. ποντο-πόρος crossing the sea (ep.Il.) with ποντοπορ-έω, -εύω to cross the sea (Od.; on the formation Chantraine Gramm. hom. 1, 62, 95 a. 368, Sommer Sybaris 146ff.); on Ἐλλήσποντος s. v.
Derivatives: 1. πόντ-ιος belonging to the sea (h. Hom., Pi.), f. -ιάς (Pi.); 2. -ικός from Pontos (IA.; Chantraine Études 109 f., 122); 3. -ίλος m. name of a mollusc (Arist.; s. ναυτ-ίλος); 4. -εύς m. name of a Phaeacian (θ 113; Bosshardt 100); 5. ποντ-ίζω (A., S.), sonst κατα- πόντος (Att., N. T.) to sink in the sea with ποντίσματα pl. n. oblations sunk in the sea (E.), καταποντ-ισμός m. the drowning (Isoc., LXX), -ιστής m. one who throws in to the sea, lets drown (Att.); 6. κατα-ποντ-όω id. (IA.); ποντ-όομαι to form a sea (Q.S.), -όω = -ίζω (Nic. Dam.) with -ωσις f. (Tz.).
Origin: IE [Indo-European] [808] *pont-eh₁-, *pn̥t-h₁- path
Etymology: As against the ο-stm in πόντος stand diff. formations in other languages in diff. meanings: in Indo-Iran. an ablauting pant(h)ā- (e.g. nom. sg. Skt. pánthā-ḥ, Av. pantā̊) : path(i)- (e.g. instr. sg. path-ā́, paʮ-a, pl. pathí-bhiḥ, padǝ-bīš) m. road, path; in other languages a fullgrade i-stem: Arm. hun, gen. hn-i ford, Lat. pons, gen. pl. ponti-um m. bridge, passage, OCS pǫtь m. road. Both these widespread i-flexion and the Greek o-flexion have arisen from an older, in Indo-Iran. still living, rather complicated paradigm (pont-eh₁-, pn̥t-h₁-). A deriv. of the in Skt. path-ā́ etc. appearing zerograde (IE *pn̥th₁-) is found in πάτος road, path (and in OPr. pintis road); s. on πατέω. Details on the morphology w. rich lit. in WP. 2, 26f., Pok. 808f., Mayrhofer s. pánthāḥ, W.-Hofmann s. pons, Vasmer s. putь. -- As orig. meaning. must be assumed unpaved road, leading through country, water etc.; cf. Benveniste Word 10, 256 f.; so πόντος prop. "fairway" (cf. ὑγρὰ κέλευθα) referring to a for a seefaring nation primary function of the sea. Cf. on θάλασσα, πέλαγος.

Middle Liddell

πόντος, ου,
I. the sea, esp. the open sea, Hom., etc.
II. of special seas, π. Ἰκάριος, Θρηίκιος Il.; ὁ Αἰγαῖος π. Hdt.; Ἰόνιος, Σαρωνικός, Σικελός, Eur.:—but most commonly π. Εὔξεινος Eur.; ὁ Εὔξεινος π. Hdt.; generally called simplyΠόντος or Πόντος, Hdt., attic

Frisk Etymology German

πόντος: {póntos}
Grammar: m.
Meaning: Meer, hohe See (ep. poet. seit Il.), oft in EN, z.B. ὁ Εὔξεινος πόντος das Schwarze Meer, wofür auch (ὁ) Πόντος (ion. att.), auch als N. der Südküste des Schwarzen Meeres und einer dortigen Staatsbildung (App. u.a.).
Composita : Kompp., z.B. ποντοπόρος das Meer durchfahrend (ep. poet. seit Il.) mit ποντοπορέω, -εύω das Meer durchfahren (Od. u.a.; zur Bildung Chantraine Gramm. hom. 1, 62, 95 u. 368, Sommer Sybaris 146ff.); zu Ἑλλήσποντος s. bes.
Derivative: Davon 1. πόντιος zum Meer gehörig (h. Hom., Pi. usw.), f. -ιάς (Pi. u.a.); 2. -ικός aus Pontos stammend (ion. att.; Chantraine Études 109 f., 122); 3. -ίλος m. N. eines Mollusken (Arist.; s. ναυτίλος); 4. -εύς m. N. eines Phäaken (θ 113; Bosshardt 100); 5. ποντίζω (A. u. S. in lyr.), sonst κατα- ~ (att., N. T. u.a.) ins Meer versenken mit ποντίσματα pl. n. ins Meer versenkte Spenden (E.), καταποντισμός m. Ertränkung (Isok., LXX u.a.), -ιστής m. der ins Meer Versenkende, Ertränker (att. u.a.); 6. καταποντόω ib. (ion. att.); ποντόομαι ein Meer bilden (Q.S.), -όω = -ίζω (Nik. Dam.) mit -ωσις f. (Tz.).
Etymology : Gegenüber dem ο- Stamm in πόντος stehen in anderen Sprachen andere Bildungen in abweichenden Bedd.: im Indoiran. ein ablautendes pant(h)ā- (z.B. Nom. sg. aind. pánthā-, aw. pantā̊) : path(i)- (z.B. Instr. sg. path-ā́, paϑ-a, pl. pathí-bhiḥ, padə-bīš) m. Weg, Pfad; in anderen Sprachen ein hochstufiger i-Stamm: arm. hun, Gen. hn-i Furt, lat. pons, Gen. pl. ponti-um m. Brücke, Steg, aksl. pǫtь m. Weg. Sowohl diese weitverbreitete i-Flexion wie die griech. o-Flexion sind aus einem älteren, im Indoiran. noch lebendigen, sehr komplizierten Paradigma entstanden. Ein Ableger der in aind. path-ā́ usw. erscheinenden Schwundstufe (idg. *pn̥th-) liegt indessen in πάτος Weg, Pfad (und in apreuß. pintis Weg) vor; s. zu πατέω. Einzelheiten zur Morphologie m. reicher Lit. bei WP. 2, 26f., Pok. 808f., Mayrhofer s. pánthāḥ, W.-Hofmann s. pons, Vasmer s. putь. — Als urspr. Bed. ist ‘ungebahnter, durch Gelände, Wasser usw. führender Weg’ anzusetzen; vgl. Benveniste Word 10, 256 f.; πόντος somit eig. "Fahrwasser" (vgl. ὑγρὰ κέλευθα) mit Beziehung auf eine für ein seefahrendes Volk primäre Funktion des Meeres. Vgl. zu πέλαγος und θάλασσα.
Page 2,578-579