Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πύννος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

Α
(κατά τον Ησύχ.) «πρωκτός».
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. της καθημερινής γλώσσας τών Αρχαίων (με εκφραστικό διπλασιασμό του -ν-) αβέβαιης ετυμολ. Έχει προταθεί η σύνδεση του τ. με τη λ. πύματος, ενώ κατ' άλλη άποψη η λ. συνδέεται με τον τ. πυγή «οπίσθια» και ανάγεται σε ΙΕ ρίζα peu-/ pu- «φουσκώνω» (πρβλ. και αρχ. ινδ. putau «οπίσθια», λεττον. pun(i)s «καμπούρα, οίδημα», λιθουαν. puta «φούσκωμα, πρήξιμο»). Ο τ., τέλος, συνδέεται με τη λ. «πουνιάζειν
παιδικοῖς χρῆσθαι» που παραδίδει ο Ησύχιος, πιθανότατα της λακωνικής διαλέκτου].

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: ὁ πρωκτός H. Beside it πουνιάζειν παιδικοῖς χρῆσθαι. πούνιον γὰρ ὁ δακτύλιος (= anus) H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Popular word with expressive gemination (Meillet BSL 26, 15f., Specht KZ 62, 213f.). The gen. similarity with πυγή (s. v.), Skt. putau the two hindmost parts (onlt Lex. Xp), Latv. pun(i)s lump, bump, Lith. putà f. foam-bubble a.o. is esp. by Persson Beitr. 1, 241 ff. discussed with further connection to *peu-, pū- blow (up). Further in WP. 2, 79ff., 82 (also to pū- stink?), Pok. 847ff.; further Bechtel Dial. 2, 379, Specht Ursprung 217; also W.-Hofmann s. puppis, Fraenkel s. pūnė̃ 2. Mayrhofer s. putau. -- The word may rather be Pre-Greek.

Frisk Etymology German

πύννος: {púnnos}
Meaning: ὁ πρωκτός H. Daneben πουνιάζειν· παιδικοῖς χρῆσθαι. πούνιον γὰρ ὁ δακτύλιος (= anus) H.
Etymology : Volkstümliches Wort mit expressiver Gemination (Meillet BSL 26, 15f., Specht KZ 62, 213f.). Die allg. Ähnlichkeit mit πυγή (s. d.), aind. putau die beiden Hinterbacken (nur Lex. Xp), lett. pun(i)s Beule, Knollen, lit. putà f. Schaumblase u.a. ist besonders von Persson Beitr. 1, 241 ff. besprochen worden mit weiterem Anschluß an peu-, pū̆- ‘(auf)blasen’. Weiteres bei WP. 2, 79ff., 82 (auch zu pū̆- stinken?), Pok. 847ff.; dazu noch Bechtel Dial. 2, 379, Specht Ursprung 217; auch W.-Hofmann s. puppis, Fraenkel s. pūnė̃ 2. Mayrhofer s. putau.
Page 2,626