Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πῦρ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πῦρ Medium diacritics: πῦρ Low diacritics: πυρ Capitals: ΠΥΡ
Transliteration A: pŷr Transliteration B: pyr Transliteration C: pyr Beta Code: pu=r

English (LSJ)

(once πύυρ [ ] by 'distraction', Simon.59 codd. Hdn.Gr. (Rh.Mus.35.101, 38.378)), τό, gen. πῠρός; not used in pl.,

   A v. πυρά, τά:—fire, π. καίειν or δαίειν to kindle fire, Il.8.521, Od.7.7, etc.; π. ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, v. sub vocc.; π. ποιεῖν, ποιήσασθαι, Anaxipp.1.12, X.An.5.2.27; οἴσετε π. Il.15.718; π. προσέφερον X.An.5.2.14; π. ἐμβαλεῖν νηυσί, κλισίῃσι, Il.15.597, Od.8.501 (tm.); π. φυσητέον, ῥιπίζειν, Ar.Lys.293, Plu.Flam.21; as exclam., "πῦρ βοᾷ Men.Sam.208.    b π. τεχνικόν, v. τεχνικός.    2 funeral-fire (cf. πυρά), ὄφρα πυρός με . . λελάχωσι θανόντα Il.7.79, 22.342, cf. 15.350, 23.76; ζῶντα διδόναι τινὰ πυρί burn one alive, Hdt.1.86.    3 sacrificial fire, ἐν πυρὶ βάλλε θυηλάς Il.9.220, cf. Od.3.341,446; κατὰ τοῦ π. σπένδειν Pl.Criti.120a; διὰ τοῦ π. ὀμνύναι D.54.40.    4 hearthfire, πυρὸς ἐσχάραι Il.10.418, cf. Od.5.59; ἕως ἂν αἴθῃ πῦρ ἐφ' ἑστίας ἐμῆς A.Ag.1435; πυρὶ δέχεσθαί τινα E.Or.47; τὸ π. τὸ ἀθάνατον the fire of Vesta, Plu.Num.9, etc.; deified, Πῦρ ἀθάνατον SIG826 ii 14 (Delph., ii B.C.).    5 lightning, κεραυνὸς ἀενάου πυρός Pi.P.1.6; πῦρ πνέοντος κεραυνοῦ Id.Fr.146; πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος A.Pr.1044 (anap.); πυρὶ καὶ στεροπαῖς S.OT470 (anap.); παλτῷ ῥιπτεῖ πυρί Id.Ant.131 (anap.); θείῳ πυρὶ παμφαής Id.Ph.728 (lyr.).    b fire, light, or heat of the sun, θερινὸν π., opp. χειμών, Pi.P.3.50, cf. Pl.Lg. 865b; of the stars, π. πνείοντα ἄστρα S.Ant.1146 (lyr.); summer solstice, Alcm.79, Paul.Al.A.3.    6 flame of torches, S.Ant.964 (lyr.), etc.; π. εὐάγγελον, ἄγγαρον, πομπόν, of the beacon fire, A. Ag.21,282,299.    7 fever heat, violent fever, πῦρ ἔλαβέν [τινα] Hp. Epid.1.26.ή, al.; ὁ δ' ἔχων θέρμαν καὶ π. ἧκεν Ar.Fr.690; τεταρταίῳ πυρί Call.Aet.3.1.17; π. ἄγριον Hp.Epid.7.20 (of erysipelas acc. to Gal.19.134).    II phrases, ἐν πυρὶ γενέσθαι to be consumed, come to nothing, Il.2.340; φεύγων καπνὸν εἰς πῦρ δεσποτείας ἐμπεπτωκώς 'out of the frying pan into the fire, Pl.R.569b, cf. Prov. ap. Simp.in Epict. p.72 D.; ἦν ἄρα πυρός γ' ἕτερα θερμότερα Ar.Eq.382; πῦρ ἐπὶ πῦρ ἐγχεῖν, ἄγειν, φέρειν, ἐπεισφέρειν, Cratin.18, Ar.Fr.453, Arist.Pr.880a21, Plu.2.61a; εἰς π. ξαίνειν 'plough the sands', Pl.Lg.780c; βασανίζειν χρυσὸν ἐν πυρί Id.R.413e, cf. Plb.21.20.7: as a type of things irresistible or terrible, ἀντίος εἶμι, καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικε Il.20.371; μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο 11.596, al.; Ἕκτωρ πυρὸς αἰνὸν ἔχει μένος 17.565, cf. 6.182; so τὸ πεπρωμένον οὐ π. σχήσει Pi.Fr.232; κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρός S.OT177; οὐδὲν θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον, οὐδὲ π. Ar.Lys.1015; ἀναρχία κρείσσων πυρός E.Hec.608; ἐχίδνης καὶ πυρὸς περαιτέρω Id.Andr.271; so διὰ πυρὸς ἰέναι (as we say) to go through fire and water, dash through any danger, X.Smp.4.16, cf. Oec.21.7, Ar.Lys.133; but διὰ πυρὸς ἦλθε ἑτέρῳ λέχεϊ she raged furiously against the other partner of the bed, E.Andr.487 (lyr.); διὰ πυρὸς ἔμολον ματρί Id.El.1183 (lyr.); σωθήσεται οὕτω δὲ ὡς διὰ πυρός 1 Ep.Cor.3.15; εἰς π. ἅλλεσθαι X.Mem. 1.3.9; κἂν εἰς π. ἐμβαῖεν Lib.Ep.314.3; π. διέρπειν S.Ant.265; of persons, ὦ π. σύ . . Id.Ph.927; of Hannibal, Plu.Flam.21: metaph. of anxious hope, θάλπει τῷδ' ἀνηκέστῳ πυρί S.El.888; of love, ἀρσενικῷ θέρεται π. Call.Epigr.27.5, cf. 45.2. (Cf. Arm. hur, OE. fyr 'fire', etc.)

German (Pape)

[Seite 819] τό, gen. πυρός, im plur. nach der 2 Declination, τὰ πυρά, τοῖς πυροῖς, das Feuer; πυρὶ φλεγέθοντι, Il. 21, 358; ἀΐδηλον, ἀκάματον, θεσπιδαές, δήϊον u. ä. (s. diese Wörter); πῦρ μέγα καιόντων, anzünden, 8, 521; auch πῦρ δὲ Μενοιτιάδης δαῖεν μέγα, 9, 211, u. öfter; u. pass., ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη, da das Feuer niedergebrannt war, 9, 212; bes. das Feuer des Scheiterhaufens, dah. die Leichenbestattung, ἵνα πυρὸς λελάχωσι θανόντα, 15, 350. 22, 342 u. öfter, daß sie den Todten theilhaftig machen des Feuers, ihn bestatten; vgl. διδόναι τινὰ πυρί, Her. 1, 86; auch das Opferfeuer, oft bei Hom.; ἐν πυρὶ γενέσθαι, in Feuer aufgehen, d. i. zu Rauch werden, zu nichte werden, Iliad. 2, 340; πυρά, die Wachtfeuer, 8, 509. 554. 9, 77. 10, 12; πῦρ πνέειν, Feuer schnauben, Pind. Ol. 7, 71 u. A.; vom Blitz, κεραυνὸν ἀενάου πυρός, Pind. P. 1, 6; Tragg. oft: ἐπ' ἐσχάρᾳ πυρός, Aesch. Eum. 108; u. plur. vom Opferfeuer, ἐν πυροῖσι κνισσωτοῖς, Ch. 478; πῦρ ἀνάψουσιν θεοῖς, Eur. Or. 1137; von Fackeln, εὔϊόν τε πῦρ, Soph. Ant. 953; vom Blitz, παλτῷ ῥίπτει πυρί, 131; τὸ πῦρ ἐγρήγορεν, Ar. Lys. 306; διὰ τοῦ πυρὸς βαδί. ζειν, 133; – das Feuer als Element, ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μίξαντες, Plat. Prot. 320 d, vgl. Legg. X, 889 b; etwas Sprichwörtliches haben die Verbindungen βασανίζοντες πολὺ μᾶλλον ἢ χρυσὸν ἐν πυρί, Rep. III, 413 e; φεύγων ἂν καπνὸν δουλείας εἰς πῦρ δεσποτείας ἂν ἐμπεπτωκὼς εἴη, II, 379 c, εἰς πῦρ ξαίνειν, Legg. VI, 780 c; τὰ πυρά, Wachtfeuer, Xen. Hell. 1, 6, 20 u. sonst; διὰ πυρὸς ἰέναι, durchs Feuer laufen, sich freiwillig in die größte Gefahr begeben, Mem. 1, 3, 9, vgl. Conv. 4, 16; πῦρ ἐμβάλλειν, Pol. 5, 8, 9, der auch vrbdt ἐλθὼν εἰς τὰς πράξεις ὥςπερ εἰς πῦρ, 33, 9, 3, u. wie ἡ ἐκ πυρὸς βάσανος, 22, 3, 7, auch τὴν ἐκ πυρὸς παρέχεσθαι χάριν, 40, 8, 6, welche die Feuerprobe bestanden hat; vgl. noch Dem. ἀξιοπιστότερος τοῦ κατὰ τῶν παίδων ὀμνύντος καὶ διὰ τοῦ πυρός, 54, 40. – Auch = Fieberhitze, πυρετός, Hippocr. – Uebtr., Feuer, Heftigkeit, Leidenschaftlichkeit, Sp. bes. von der Liebe, ἀρσενικόν Callim. 9 (V, 6). – [Υ ist in allen zweisylbigen Casus kurz, u. so in allen Ableitungen u. Zusammensetzungen.] – Vgl. πύϊρ.

Greek (Liddell-Scott)

πῦρ: (παρὰ Σιμωνίδῃ τῷ Ἰαμβογράφῳ 29 πύϊρ), τό, γεν. πῠρός· ἄχρηστον ἐν τῷ πληθυν., ἴδε ἐν λέξ. πυρά, τά. (Ἐντεθεν παράγονται πυρὰ (τά), πυρὰ (ἡ), πυρετός, πυρσός, πυρρός· πρβλ. Ὀμβρ. pir (= πῦρ), Λατιν. pru-na (ἀνημμένοι ἄνθρακες)· Βοημ. pyr (pruna)· Ἀρχ. Σκανδιν. fyrr· Ἀγγλο-Σαξον. Frye· Ἀρχ. Γερμαν. fuir. κτλ. [Ἄν καὶ τὸ υ εἶναι μακρὸν ἐν τῇ ὀνομ., εἶναι ὅμως βραχὺ ἐν ταῖς πλαγίαις πτώτεσι καὶ ἐν ἅπασι τοῖς παραγώγοις, πλὴν τοῦ πῡραύστης.] ― Ὡς καὶ νῦν, κοινῶς, «φωτιά», Ὅμ., κλπ.· πῦρ καίωδαίω, ἀνάπτω φωτιάν, Ἰλ. Θ. 521, Ὀδ. Η. 7, κτλ.· πῦρ ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, ἴδε τὰς λέξεις· πῦρ ποιεῖν ποιεῖσθαι Ἀνάξιππος ἐν «Ἐγκαλυπτομένῳ» 1. 12, Ξεν. Ἀν. 5. 2, 27· πῦρ φέρειν, προσφέρειν Ἰλ. Ο. 718, Ξεν. Ἀν. 5. 2, 14· πῦρ ἐμβάλλειν νηυσί, κλισίῃσι Ἰλ. Ο. 597, Ὀδ. Θ. 501· πῦρ φυσᾶν, ῥιπίζειν Ἀριστοφ. Λυσ. 293, Πλουτ. Φλαμ. 21 2) ἡ νεκρικὴ πυρὰ (πρβλ. πυρά), ἵνα πυρὸς λελάχωσι θανόντα Ἰλ. Ο. 850, Χ. 342, πρβλ. Ψ. 45· ― ὡσαύτως, ζῶντα διδόναι τινὶ πυρί, καίειν τινὰ ζῶντα, Ἡρόδ. 1. 86 3) πῦρ τῆς θυσίας, ἐν πυρὶ βάλλε θυηλὰς Ἰλ. Ι. 220, πρβλ. Ὀδ. Γ. 341, 446· κατὰ τοῦ πυρὸς σπένδειν Πλάτ. Κριτ. 120Α· διὰ τοῦ π. ὀμνύναι Δημ. 1269. 19. 4) τὸ πῦρ τῆς ἑστίας, πυρὸς ἐσχάραι Ἰλ. Κ. 418, πρβλ. Ὀδ. Ε. 59· ἕως ἂν αἴθῃ πῦρ ἐφ’ ἑστίας ἐμῆς Αἰσχύλ. Ἀγ. 1435· πυρὶ δέχεσθαί τινα Εὐρ. Ὀρ. 47· π. ἄσβεστον ἢ ἀθάνατον, τὸ ἄσβεστον πῦρ τῶν Ἑστιάδων παρὰ τοῖς Ρωμαίοις, καὶ τὸ ἐν Πυθοῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, Πλουτ. Νουμ. 9, κλπ. 5) τὸ πῦρ τοῦ κεραυνοῦ, κεραυνὸς ἀενάου πυρὸς Πινδ. Π. 1. 9· πῦρ πνέοντος κεραυνοῦ ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 112· πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος Αἰσχύλ. Προμ. 1044· πυρὶ καὶ στεροπαῖς Σοφ. Ο.Τ. 470· παλτῷ ῥίπτει πυρὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 131· θείῳ πυρὶ παμφαὴς ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 727· ― ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ ἡλίου, πῦρ, ἀντίθετον τῷ χειμών, Πινδ. Π. 3. 87· πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 865Β· ἐπὶ τῶν ἀστέρων, πῦρ πνέοντα ἄστρα Σοφοκλ. Ἀντ. 1146. 6) τὸ πῦρ ἢ ἡ φλὸξ δᾴδων ἢ πυρσῶν αὐτόθι 964, Ἀπόσπ. 480, κτλ.· π. εὐάγγελον, ἄγγαρον, πομπόν, ἐπὶ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀγγείλαντος ἀπὸ ὄρους εἰς ὄρος τὴν ἅλωσιν τῆς Τροίας, Αἰσχύλ. Ἀγ. 21, 282, 299. 7) ἡ θερμότης τοῦ πυρετοῦ, ἰσχυρὸς πυρετός, «θέρμη», πῦρ τινα λαμβάνει, ἐπιλαμβάνεται Ἱππ. Ἐπιδημ. τὸ α´, 984 κτλ., ἴδε Foës. Oecon. ΙΙ. παροιμ., ἐν πυρὶ γίγνομαι, καταναλίσκομαι, φθείρομαι, καταστρέφομαι, «χάνομαι», ἐκμηδενίζομαι, Ἰλ. Β. 340· εἰς πῦρ δεσποτείας ἐμπίπτειν Πλάτ. Πολ. 569Β· ἢν ἄρα πυρός γ’ ἕτερα θερμότερα Ἀριστοφ. Ἱππ. 382· πῦρ ἐπὶ πῦρ ἐγχεῖν, ἄγειν, κτλ., Κρατῖνος ἐν «Βουκόλοις» 1, (παρ’ Ἡσυχ. πυρπερέγχει ὃ ἴδε), Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 389, Ἀριστ. Προβλ. 4. 28, κτλ., ἴδε Wytt. εἰς Πλούτ. 2. 61Α, Παροιμιογρ., Φώτ., κλπ.· εἰς πῦρ ξαίνειν, ἐπὶ ματαίων ἐπιχειρήσεων, Πλάτ Νόμ. 780C· βασανίζειν ὡς χρυσὸν ἐν πυρὶ ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 413Ε, πρβλ. Πολύβ. 22. 3, 7· ― μάλιστα ὡς σύμβολον πραγμάτων ἀκατασχέτων ἢ τρομερῶν, ἀντίος εἶμι, καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικε Ἰλ. Υ. 371· μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο Λ. 596, κτλ.· Ἕκτωρ πυρὸς αἰνὸν ἔχει μένος Ρ. 565, πρβλ. Ζ. 182· οὕτω, πῦρ νῦν οὐκ ἐόλει, τὸ πεπρωμένον οὐ σχήσει πῦρ Πινδ. Π. 4. 414, Ἀπόσπ. 256· κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρὸς Σοφ. Ο. Τ. 177· (περὶ τοῦ ἐν Ἀντ. 620 πρὶν πυρὶ θερμῷ πόδα τις προσαύσῃ, ἴδε προσαύω)· οὐδὲν θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον, οὐδὲ πῦρ Ἀριστοφ. Λυσ. 1015· ἀναρχία κρεῖσσον πυρὸς Εὐρ. Ἑκ. 608· ἐχίδνης καὶ πυρὸς περαιτέρω ὁ αὐτ. ἐν Ἀνδρ 271· οὕτω, διὰ πυρὸς ἰέναι, «διέρχεσθαι διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος», δηλ. ὁρμᾶν πρὸς πάντα κίνδυνον, Ξεν. Συμπ. 4. 16, πρβλ. Οἰκ. 21. 7· ἀλλά, διὰ πυρὸς ἦλθεν ἑτέρῳ λέκτρῳ (οὕτως ἀναγνωστέον), ἐμμανῶς ὠργίσθη κατὰ τοῦ ἑτέρου μετόχου τοῦ λέχους, Εὐρ. Ἀνδρ. 487, πρβλ. Ἀριστοφ. Λυσ. 133· διὰ πυρὸς ἔμολον ματρὶ Εὐρ. Ἠλ. 1182· οὕτως, εἰς πῦρ ἅλλεσθαι Ξεν. Ἀπομν. 1. 3, 9· ― ἐπὶ προσώπων, ὦ πῦρ σὺ... Σοφ. Φιλ. 927· ― μεταφο., ἐπὶ θερμῆς ἐλπίδος, θάλπει τῷδ’ ἀνηκέστῳ πυρὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 888· ἐπὶ ἔρωτος, Καλλ. Ἐπιγράμμ. 26. 47· σπανίως ὡς εἰκὼν θερμότητος καὶ τερπνότητος, ὡς παρ’ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1435.

French (Bailly abrégé)

πυρός (τό) :
plur. πυρά, dat. πυροῖς;
I. feu au propre;
II. particul.
1 feu d’un bûcher;
2 feu d’un sacrifice;
3 feu du foyer;
4 feu du ciel, foudre ou éclair;
5 feu du soleil ; en gén. éclat des astres;
6 lueur des torches, des flambeaux;
7 τὰ πυρά les feux de camp, les feux de bivouac;
8 feu du regard, éclat des yeux;
9 feu de la fièvre;
III. fig. 1 feu, c. symbole de force irrésistible;
2 c. symbole de destruction, de dévastation;
3 feu de la passion, ardeur d’un sentiment;
4 ◊ prov. ἐν πυρὶ γενέσθαι IL s’en aller en feu, périr ou être perdu ; μετά τινος διὰ πυρὸς βαδίζειν AR aller à travers le feu avec qqn, partager avec lui tous les périls ; διὰ πυρὸς ἔρχεσθαί τινι EUR avoir une haine ardente pour qqn ; εἰς πῦρ ἅλλεσθαι XÉN sauter dans le feu, ne reculer devant aucun danger.
Étymologie: cf. all. Feuer, etc.

English (Autenrieth)

πυρός: fire; pl. πυρά, watchfires, Il. 8.509, 554.

English (Slater)

πῡρ (πῦρ, πυρός, πυρί, πῦρ.)
   1 fire
   a ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει (O. 1.1) ὕδατος πυρὶ ζέοισαν εἰς ἀκμάν (O. 1.48) πῦρ πνεόντων ἀρχὸς ἵππων (O. 7.71) ὑπὸ στερεῷ πυρὶ (O. 10.36) Χίμαιραν πῦρ πνέοισαν (O. 13.90) τὸν αἰχματὰν κεραυνὸν σβεννύεις αἰενάου πυρός (P. 1.6) τᾶς ἐρεύγονται μὲν ἀπλάτου πυρὸς ἁγνόταται ἐκ μυχῶν παγαί (P. 1.21) πῦρ ἐξ ἑνὸς σπέρματος ἐνθορὸν ἀίστωσεν ὕλαν (P. 3.36) πυρὶ καιόμενος (P. 3.102) φλόγ' πνέον καιομένοιο πυρος (P. 4.225) πῦρ δέ νιν οὐκ ἐόλει (P. 4.233) εἴ ποτε χειμέριον πῦρ ἐξίκηται λοίσθιον (sc. δρῦς) (P. 4.266) πῦρ δὲ παγκρατὲς θρασυμαχάνων τε λεόντων ὄνυχας ὀξυτάτους ἀκμὰν καὶ δεινοτάτων σχάσαις ὀδόντων (N. 4.62) γαίᾳ δὲ καυθείσᾳ πυρὶ i. e. earthenware (N. 10.35) ματέρ' πολεμίῳ πυρὶ πλαγεῖσαν (Pae. 2.30) χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός (Pae. 6.98) ὁ παγκρατὴς κεραυνὸς ἀμπνέων πῦρ Δ. 2. 1. θύματα μειγνύντων πυρὶ τηλεφανεῖ Θρ. . . πῦρ πνέοντος κεραυνοῦ fr. 146. 1. πυρὶ δ' ὑπνόωντε σώματα (ὤπτων coni. Snell) fr. 168. 3. τὸ πεπρωμένον οὐ πῦρ οὐ σιδάρεον σχήσει τεῖχος fr. 232.
   b heat ἢ θερινῷ πυρὶ περθόμενοι δέμας ἢ χειμῶνι (P. 3.50)

Spanish

fuego

English (Strong)

a primary word; "fire" (literally or figuratively, specially, lightning): fiery, fire.

English (Thayer)

genitive πυρός, τό (probably from Sanskrit pu, 'to purify' (cf. German fever); Vanicek, p. 541; Curtius, § 385), from Homer down; Hebrew אֵשׁ; fire: ά῾πτειν πῦρ, to kindle a fire, T Tr text WH περιαψάντων); ἔβρεξε πῦρ καί θεῖον, κατακαίειν τί ἐν (T omits; WH brackets ἐν) πυρί, καίομαι πυρί, R L T WH κατακαίεται); Winer's Grammar, § 31,7d.); φλόξ πυρός, a fiery flame or flame of fire, L text Tr text; Alex. manuscript; πῦρ φλογός, a flaming fire or fire of flame, R G L marginal reading T Tr marginal reading WH (λαμπάδες πυρός, lamps of fire, στῦλοι πυρός, ἄνθρακες πυρός coals of fire, ἄνθραξ); γλῶσσαι ὡσεί πυρός, which had the shape of little flames, δοκιμάζειν διά πυρός, πυροῦσθαι (see πυρόω, b.) ἐκ πυρός, ὡς διά πυρός, as one who in a conflagration has escaped through the fire not uninjured, i. e. dropping the figure, not without damage, מֵאֵשׁ מֻצָּל, τό πῦρ, T WH omit; Tr brackets both verses),48; τό πῦρ τό αἰώνιον, ἄσβεστον, G T Tr WH omit; L brackets the clause); πυρός αἰωνίου δίκην ὑπέχειν, γηννα τοῦ πυρός, R G Tr brackets); κάμινος τοῦ πυρός, ἡ λίμνη τοῦ πυρός, πυρί τηρεῖσθαι, βασανισθῆναι ἐν πυρί, βαπτίζειν τινα πυρί (see βαπτίζω, II.
b. bb.), πῦρ, as though both itself on fire and setting other things on fire, partly by reason of the fiery spirit which governs it, partly by reason of the destructive power it exercises, ἐκ πυρός ἁρπάζειν, to snatch from danger of destruction, πυρί ἁλίζεσθαι (see ἁλίζω), ζῆλος πυρός, fiery, burning anger (see ζῆλος, 1), πῦρ ζήλου, πῦρ καταναλίσκον, as one who when angry visits the obdurate with penal destruction, Hebrews 12:29.

Greek Monotonic

πῦρ: πῠρός, τό, δεν χρησιμ. στον πληθ. (βλ. πυρά
I. 1. φωτιά, σε Όμηρ. κ.λπ.· πῦρ καίειν ή δαίειν, ανάβω φωτιά, στον ίδ.· πῦρ ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, βλ. αυτ.· πῦρ ἐμβάλλειν νηυσί, σε Ομήρ. Ιλ.
2. νεκρική πυρά (πρβλ. πυρά), στο ίδ.
3. φωτιά της εστίας, πυρὶ δέχεσθαί τινα, σε Ευρ.· πῦρ ἄσβεστον ή ἀθάνατον, η άσβεστη φωτιά της Εστίας στο Πρυτανείο, σε Πλούτ.
II. ως σύμβολο πραγμάτων ακατάσχετων ή τρομερών, μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο, μάχονταν όπως η φωτιά που μαίνεται, σε Ομήρ. Ιλ.· κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρός, σε Σοφ.· διὰ πυρὸς ἰέναι, προχωρεί μέσω φωτιάς και νερού, δηλ. ορμά προς κάθε κίνδυνο, σε Ξεν.· αλλά, διὰ πυρὸς ἦλθε ἑτέρῳ λέχεϊ, οργίστηκε μανιωδώς με το έτερον ήμισυ, σε Ευρ.· λέγεται για πρόσωπα, ὦ πῦρ σύ, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

πῦρ: [[πυρός |πῠρός]] τό (pl.: πυρά, dat. πυροῖς - поэт. πυροῖσι)
1) (тж. π. φλογός NT) огонь, пламя: νηυσὶ π. ἐμβάλλειν Hom. поджигать (досл. метать огонь в) суда; π. πνεῖν Soph. извергать пламя; ἐν πυρὶ γενοίατο! Hom. пусть погибнут в огне!; φλὸξ πυρὸς βάτου NT горящий терновый куст; ἄνθρακες: πυρός NT горящие уголья; ὀφθαλμώ οἱ πυρὶ λάμπετον Hom. глаза его горят огнем; φεύγοντα καπνὸν εἰς π. ἐμπίπτειν погов. Plat. избегая дыма, попасть в огонь (ср. из огня да в полымя); π. ἐπὶ π. ἄγειν погов. Plat. добавлять огонь к огню (ср. подливать масла в огонь); εἰς π. ἅλλεσθαι погов. Xen. прыгать в огонь (т. е. не отступать перед страшной опасностью); μετά τινος διὰ πυρὸς βαδίζειν погов. Arph. разделять с кем-л. любые опасности; εἰς π. ξαίνειν погов. Plat. чесать (шерсть) в огонь (ср. толочь воду в ступе);
2) погребальный костер (ἐνὶ πυρὶ θέμεναί τινα Hom.);
3) жертвенный огонь (θυηλὰς ἐν πυρὶ βάλλειν Hom.);
4) небесный огонь, молния (π. καὶ στεροπαί Soph.);
5) перен. жар, пыл, страсть (θάλπειν τῷ ἀνηκέστῳ πυρί Soph.): διὰ πυρὸς μολεῖν или ἔρχεσθαί τινι Eur. питать пламенную ненависть к кому-л.;
6) (= τὸ θερμόν) температура пламени (ἕτερον τὸ χρυσοχοϊκὸν π. ἀποτελεῖ καὶ τὸ μαγειρικόν Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πῦρ, πυρός, τό, dat. πυρί, plur. heterocl. (o-declinatie) πυρά, gen. πυρῶν, dat. πυροῖς vuur voor versch. doeleinden: τὰ πυρά wachtvuren:; καίωμεν πυρὰ πολλά laten we veel wachtvuren brandend houden Il. 8.509; van brandstapel; ἄνθρωπον... ζῶοντα πυρὶ διδόναι een mens levend verbranden Hdt. 1.86.6; spec. van de bliksem. πυρὶ καὶ στεροπαῖς met vurige bliksemschichten Soph. OT 470. overdr., van pers.:; ὦ πῦρ σύ ‘jij vuurbal!’ (van iem. die als vuur niets en niemand ontziet) Soph. Ph. 927; overdr. van emotie: vuur, vurige liefde, met gen.:; παίδων vurige liefde voor jongens AP 12.74.1; uitroep brand!. Men. Sam. 208. spreekw.., ἐν πυρὶ γενέσθαι ‘in rook opgaan’ Il. 2.340; φεύγων καπνὸν εἰς πῦρ ἐμπίπτειν ( lett. in het vuur belanden terwijl je aan de rook probeert te ontkomen) ‘van de regen in de drup komen’ Plat. Resp. 569b; διὰ πυρὸς βαδίζειν door het vuur gaan (d.w.z. een vuurproef doorstaan, gevaren doorstaan) Aristoph. Lys. 133, maar. διὰ πυρὸς ἐλθεῖν, μολεῖν met dat. (d.w.z. tekeergaan tegen iem. ) Eur. gloed, licht, warmte, van fakkels, hemellichamen e.d. koorts.

Frisk Etymological English

πυρός
Grammatical information: n.
Meaning: fire (Il.).
Dialectal forms: Myc. pukawo = *πυρ-καϜοι?
Compounds: Many compp., e.g. πυρ-καϊά, Ion. -ϊή f. fireplace, pyre (Il.), from *πυρ-καϜ-ιά, compound of πῦρ and καίω (καῦ-σαι) with ι̯α-suffix, acc. as in σποδιά, ἀνθρακιά a. o.; cf. Scheller Oxytonierung 93 w. diff. interpretation; cf. Myc. pukawo; πυρ-φόρος fire- or torch-bearing, -bearer (Pi.), later also πυρο-φόρος; cf. Schwyzer 440; πυρι-γενής born, worked in fire (E. a.o.); ἄ-πυρ-ος untouched by fire, without fire (Il.); on πυρ-πολέω s. πέλομαι; on πυρ-αύστης etc. s. 2. αὔω; on πυρι-ήκης s. v.
Derivatives: Many derivv. A. Subst.: 1. πυρά n. pl. watch-fires (Il.), dat. πυροῖς (X.), prop. plur. of πῦρ with transition in the ο-stems and accentshift (Egli Heteroklisie 18 a. 22 f.). 2. πυρ-ά, Ion. f. fireplace, pyre (IL). 3. πυρ-σός m., pl. alo -σά n. firebrand, fire-signal (with remarkable oxytonesis) with -σώδης firebrand-like (E. in lyr.), -σεύω to ignite, to give a fire-signal (E.; X.), -σεία, -σευτήρ, σευτής (hell.), -σίτης fire-colour (Philostr.). 4. πυρ-ετός m. burning heat, fever (Χ 31; after νιφετός? Porzig Satzinhalte 245) with πυρ-έσσω, Att. -έττω, aor. -έξαι, adj. -εκτικός; -ετιάω, -εταίνω, -ετώδης, -έτιον, -ετικός. 5. πυρ-εῖα, Ion. -ήϊα n. pl. lighter, firesticks (h. Merc.; not with Zumbach Neuerungen 14 from πυρή pyre). 6. πυρ-ία, Ion. -ίη f. vapour-, sweating-bath etc. (Ion., Arist.), fishing by torchlight (Arist.), with -ιάω to prepare a vapour-bath, to foment, to warm (Hp.), from which -ίαμα, -ίασις, -ιατήρ, -ιατήριον (Scheller Oxyton. 55); also -ιάτη f. warmed animal-milk (com.). 7. πυρ-ίδιον n. spark (Thphr.). 8. πυρ-ίτης m. copper ore, ore (Dsc., pap.), "fireman", surn. of Hephaistos (Luc.); Redard 36, 60, 245. 9. πύρ-εθρον, -ος, -ωθρον pellitory, Anthemis pyrethrum (because of the warming effect; Strömberg Pfl.namen 82 a. 146f.). 10. πυρ-αλ(λ)ίς s. v. 11. Πυρ-ωνία surn. of Artemis (Paus.). -- B. Adj.: 1. πυρ-ώδης fire-like, fiery (IA.); 2. -ινος fiery (Arist., Plb.); 3. -όεις id. (hell.), also as n. of the planet Mars (Arist., hell.); 4. on πυρρός s. v. C. Verbs: 1. πυρ-όομαι, -όω, also w. ἐκ- a.o., to catch fire, to set on fire (Pi., Ion. Att.; Wackernagel Unt. 124) with πύρ-ωσις (ἐκ-, δια- a.o.) f., -ωμα, -ωτής, -ωτικός; 2. πυρ-εύω to make fire, to kindle (Pl.; ἐμπυρ-εύω, -ίζω from ἔμ-πυρος) with -εύς, -ευτής, -ευτικός (more in Bosshardt 83); 3. πυρ-άζω EM as explanation of 4. πυρακτέω; s.v.
Origin: IE [Indo-European] [828] *peh₂-ur, ph₂-uen-s̯ fire
Etymology: With πῦρ, πυρ-ός agrees exactly Umbr. pir nom. acc. (from *pūr), abl. pur-e (from *pur-), thus, with secondary vowelenlargement, Arm. hur, gen. hr-oy (< *pūr-o-) and OWNo. fūrr, fyrr (< PGm. *fūr-i-). The word was originally an heteroclitic r \/ n- stem and is still so inflected in Hitt. paḫḫu(u̯a)r, gen. paḫḫu̯enaš. Traces of this formation can still be seen in Germ.: Goth. fōn, gen. fun-ins as opposed to OHG fuir, fiur, Feuer; also in Arm.: hn-oç fireplace, furnace a opposed to hur (s. above); note also Toch. A pl. por-äṃ (= -n; combination of r and n?, v. Windekens IF 65, 249 ff.). The ablaut, which appears already from the above cited forms, is now reconstructed as a proterodynamic r\/n-neuter: IE *peh₂-ur : ph₂-u̯en-s; cf. Specht KZ 59, 283ff.), was simplified in Greek (the change in quantity is not old). -- Beside this neutral matter-indicating word for fire Indo-European had an as old word indicating fire as active entity in Lat. ignis, Skt. agní-, Lith. ugnìs, OCS ognь; a parallel double designation, which represents two different interpretations of nature, is found with the words for water (s. ὕδωρ). On this Schulze Kl. Schr. 194f., Meillet MSL 21, 249ff., Bonfante Sprachgesch. u. Wortbed. 33ff., Mastrelli Arch. glottol. it. 43, 1 ff. On tabuistic replacing words for fire Havers Sprachtabu 64ff. Further forms w. lit. in WP. 2, 14f., Pok. 828, W.-Hofmann s. pūrus (relation quite hypothetic and quite doubtful; s. on this with further discussion Mayrhofer s. punā́ti; also Blesse KZ 75, 195).

Middle Liddell

[not used in pl.] [v. πυρά
I. fire, Hom., etc.; πῦρ καίειν or δαίειν to kindle fire, Hom.; πῦρ ἀνακαίειν, ἅπτειν, ἐξάπτειν, αἴθειν, ἐναύειν, v. sub vocc.; πῦρ ἐμβάλλειν νηυσί Il.
2. the funeral-fire (cf. πυρά), Il.
3. the fire of the hearth, πυρὶ δέχεσθαί τινα Eur.; π. ἄσβεστον or ἀθάνατον the fire of Vesta in the Prytaneion, Plut.
II. as a symbol of things irresistible or terrible, μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο they were fighting like burning fire, Il.; κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρός Soph.; διὰ πυρὸς ἰέναι (as we say) to go through fire and water, Xen.; but, διὰ πυρὸς ἦλθε ἑτέρῳ λέκτρῳ she raged furiously against the other partner of the bed, Eur.:—of persons, ὦ πῦρ σύ Soph.:—rarely as an image of warmth and comfort, Aesch.

Frisk Etymology German

πῦρ: πυρός
{pũr}
Grammar: n.
Meaning: Feuer (seit Il.).
Composita : Viele Kompp., z.B. πυρκαϊά, ion. -ϊή f. Brandstätte, Scheiterhaufen (seit Il.), aus *πυρκαϝιά, Zusammenbildung von πῦρ und καίω (καῦσαι) mit ι̯α-Suffix, Akz. wie σποδιά, ἀνθρακιά u. a.; vgl. Scheller Oxytonierung 93 m. abweichender Auffassung; vgl. myk. pu-ka-wo = *πυρκαϝοι?; πυρφόρος ‘feuer-, fackeltragend, -träger’ (seit Pi.), später auch πυροφόρος; vgl. Schwyzer 440; πυριγενής in Feuer geboren, gearbeitet (E. u.a.); ἄπυρος nicht von Feuer berührt, ohne Feuer (seit Il.); zu πυρπολέω s. πέλομαι; zu πυραύστης usw. s. 2. αὔω; zu πυριήκης s. bes.
Derivative: Viele Ableitungen. A. Subst.: 1. πυρά n. pl. Wachtfeuer (seit Il.), Dat. πυροῖς (X.), eig. Plur. von πῦρ mit Übergang in die ο-Stämme und Akzentverschiebung (Egli Heteroklisie 18 u. 22 f.). 2. πυρά, ion. -ή f. Feuerstätte, Scheiterhaufen (seit IL). 3. πυρσός m., pl. auch -σά n. ‘Feuerbrand, -zeichen, -signal’ (mit auffallender Oxytonese) mit -σώδης ‘feuerbrand-ähnlich’ (E. in lyr.), -σεύω entzünden, ein Feuersignal geben (E.; X. usw.), -σεία, -σευτήρ, σευτής (hell. u. sp.), -σίτης ‘feuer- farben’ (Philostr.). 4. πυρετός m. brennende Hitze, Fieber (seit Χ 31; nach νιφετός? Porzig Satzinhalte 245) mit πυρέσσω, att. -έττω, Aor. -έξαι, Adj. -εκτικός; -ετιάω, -εταίνω, -ετώδης, -έτιον, -ετικός. 5. πυρεῖα, ion. -ήϊα n. pl. Feuerzeug, Zündgerät (seit h. Merc.; nicht mit Zumbach Neuerungen 14 von πυρή Scheiterhaufen). 6. πυρία, ion. -ίη f. ‘Dampf-, Schwitzbad’ (ion., Arist. usw.), Fischen bei Fackellicht (Arist.), mit -ιάω ein Dampfbad bereiten, bähen, erwärmen (Hp. u.a.), wovon -ίαμα, -ίασις, -ιατήρ, -ιατήριον (Scheller Oxyton. 55); auch -ιάτη f. erwärmte Biestmilch (Kom.). 7. πυρίδιον n. Funke (Thphr.). 8. πυρίτης m. Kupfererz, Erz (Dsk., Pap. u.a.), "Feuermann", Bein. des Hephaistos (Luk.); Redard 36, 60, 245. 9. πύρεθρον, -ος, -ωθρον ‘Mauer- kraut, Anthemis pyrethrum’ (wegen der wärmenden Wirkung; Strömberg Pfl.namen 82 u. 146f.). 10. πυραλ(λ)ίς s. bes. 11. Πυρωνία Bein. der Artemis (Paus.). — B. Adj.: 1. πυρώδης feuerähnlich, feurig (ion. att.); 2. -ινος feurig (Arist., Plb. u.a.); 3. -όεις ib. (hell. u. sp. Dicht.), auch als N. des Planeten Mars (Arist., hell.); 4. zu πυρρός s. bes. C. Verba: 1. πυρόομαι, -όω, auch m. ἐκ- u.a., in Brand geraten, setzen (Pi., ion. att.; Wackernagel Unt. 124) mit πύρωσις (ἐκ-, δια-u.a.) f., -ωμα, -ωτής, -ωτικός; 2. πυρεύω Feuer machen, anzünden (Pl.; ἐμπυρεύω, -ίζω von ἔμπυρος) mit -εύς, -ευτής, -ευτικός (Näheres bei Bosshardt 83); 3. πυράζω EM als Erkl. von 4. πυρακτέω; s.d.
Etymology : Zu πῦρ, πυρός stimmt genau umbr. pir Nom. Akk. (aus *pūr), Abl. pur-e (aus *pŭr-), ebenso, mit sekundärer Vokalerweiterung, arm. hur, Gen. hr-oy (aus *pū̆r-o-) und awno. fūrr, fȳrr (aus urg. *fūr-i-). Das Wort war ursprünglich ein heteroklitischer r / n- Stamm und flektiert als solcher noch in heth. paḫḫu(u̯a)r, Gen. paḫḫu̯enaš. Spuren dieser Bildungsweise sind noch vorhanden im Germ. : got. fōn, Gen. fun-ins gegenüber ahd. fuir, fiur, Feuer; auch im Arm. : hn- Feuerstatte, Ofen gegenüber hur (s. oben); zu bemerken noch toch. A pl. por-äṃ (= -n; Kombination von r und n?, v. Windekens IF 65, 249 ff.). Der vernickelte und nicht mit Sicherheit wiederherstellbare Ablaut, der schon aus den oben angeführten Formen erkennbar ist (idg. *p(e)u̯ōr : pū̆r- : puu̯en-: pū̆n-?; ausführlich Specht KZ 59, 283ff.), hat sich im Griechischen bis auf den Quantitätswechsel ausgeglichen. — Neben diesem neutralen stoffbezeichnenden Wort für Feuer besass das Idg. einen ebenso uralten, das Feuer als lebendiges Wesen bezeichnenden Ausdruck in lat. ignis, aind. agní-, lit. ugnìs, aksl. ognь; eine entsprechende Doppelbezeichnung, die zwei verschiedene Naturauffassungen widerspiegelt, findet sich auch bei den Wörtern für Wasser (s. ὕδωρ). Darüber Schulze Kl. Schr. 194f., Meillet MSL 21, 249ff., Bonfante Sprachgesch. u. Wortbed. 33ff., Mastrelli Arch. glottol. it. 43, 1 ff. Über tabuistische Ersatzwörter für Feuer Havers Sprachtabu 64ff. Weitere Formen m. Lit. bei WP. 2, 14f., Pok. 828, W.-Hofmann s. pūrus (Verwandtschaft ganz hypothetisch und ganz fraglich; s. dazu mit weiterer Diskussion Mayrhofer s. punā́ti; auch Blesse KZ 75, 195).
Page 2,627-629

Chinese

原文音譯:pàr 匹而
詞類次數:名詞(74)
原文字根:火 相當於: (אֵשׁ‎) (לַפִּיד‎)
字義溯源:火*,烈火,炭火,火焰,以火,用火,火中
同源字:1) (πῦρ)火 2) (πυρά)燃火 3) (πυρέσσω)在火熱中 4) (πυρετός)火中燒 5) (πύρινος)如火的 6) (πυρόω)點燃 7) (πυρράζω)發紅 8) (πυρρός)如火紅的 9) (πύρωσις)發火,火煉參讀 (ἀνθρακιά)同義字
出現次數:總共(74);太(12);可(7);路(7);約(1);徒(4);羅(1);林前(3);帖後(1);來(5);雅(3);彼前(1);彼後(1);猶(2);啓(26)
譯字彙編
1) 火(66) 太3:10; 太3:11; 太3:12; 太5:22; 太7:19; 太13:40; 太13:42; 太13:50; 太17:15; 太18:8; 太25:41; 可9:22; 可9:43; 可9:44; 可9:45; 可9:46; 可9:48; 路3:9; 路3:16; 路3:17; 路9:54; 路12:49; 路17:29; 路22:55; 約15:6; 徒2:19; 徒7:30; 徒28:5; 羅12:20; 林前3:13; 林前3:13; 林前3:15; 帖後1:8; 來10:27; 來12:18; 來12:29; 雅3:5; 雅3:6; 雅5:3; 彼前1:7; 啓1:14; 啓2:18; 啓3:18; 啓4:5; 啓8:5; 啓8:7; 啓8:8; 啓9:17; 啓9:18; 啓10:1; 啓11:5; 啓13:13; 啓14:10; 啓14:18; 啓15:2; 啓16:8; 啓17:16; 啓18:8; 啓19:12; 啓19:20; 啓20:9; 啓20:10; 啓20:14; 啓20:14; 啓20:15; 啓21:8;
2) 火的(2) 太18:9; 猶1:7;
3) 用火(1) 彼後3:7;
4) 火中(1) 猶1:23;
5) (烈)火的(1) 來11:34;
6) 火焰(1) 徒2:3;
7) 必用火(1) 可9:49;
8) 以火(1) 來1:7