Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρήξη

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / ῥῆξις, -ήξεως, ΝΑ, και αιολ. τ. Fρῆξις, Α
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρηγνύω, σπάσιμο, διάσπαση, άνοιγμα
2. ιατρ. βίαιη διάσπαση τών ιστών («ῥῆξεις πλευμόνων», Φιλόδ.)
3. ρήγμα, χάσμα
νεοελλ.
1. (νομ.) βίαιη διάνοιξη της εισόδου κτηρίου ή κιβωτίου για κλοπή ή αξιόποινη πράξη, επιβαρυντική στην επιμέτρηση της ποινής
2. μτφ. α) βίαιη διακοπή σχέσεων, διάσταση («ήλθαν σε ρήξη, λόγω έντονης διαφωνίας»)
β) σύγκρουση
αρχ.
εκροή, καταρροή («αἵματος ῥῆξις διὰ ῥινῶν», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < απαθή βαθμίδα ῥηγ- του ῥήγνυμι + κατάλ. -σις (πρβλ. πῆξις)].