Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρήτορας

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

ο / ῥήτωρ, -ορος, ΝΜΑ, θηλ. ρήτωρ, Ν
1. αυτός που αγορεύει δημόσια
2. αυτός που αγορεύει με ευφράδεια, με ευγλωττία
3. στον πληθ. οι ρήτορες
οι πολιτευτές που αγόρευαν στην εκκλησία του δήμου κατά την αρχαιότητα
4. φρ. «οι δέκα ρήτορες» — οι δέκα δόκιμοι ρήτορες της αρχαίας Αθήνας
νεοελλ.
(στην Ανατολική Εκκλησία) αξίωμα που κατατάσσεται μετά από το αξίωμα του Μεγάλου Χαρτοφύλακος
αρχ.
1. δικαστής
2. συνήγορος, υπερασπιστής
3. δάσκαλος της ρητορικής τέχνης
4. ως επίθ. ρητορικόςῥήτωρ λόγος», επιγρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα Fερε- (βλ. λ. είρω [ΙΙ]), με μηδενισμένο το α' και εκτεταμένο το β' φωνήεν (πρβλ. εἴρηκα, ῥητός, ῥῆμα) + επίθημα -τωρ (πρβλ. πράκτωρ). Το θηλ. ρήτωρ (η) μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ἐφημερίς].