Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρουλέτα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. είδος τυχερού παιχνιδιού στο οποίο εκείνος που κερδίζει καθορίζεται από το σταμάτημα μιας μπίλιας σε ένα από τα 37 ή 38 αριθμημένα φατνώματα ενός περιστρεφόμενου, σε κατακόρυφο άξονα, δίσκου, αλλ. ρολίνα
2. φρ. «ρωσική ρουλέτα»
α) τολμηρό παιχνίδι κατά το οποίο ο παίκτης έχει στραμμένη στον κρόταφό του την κάννη εξάσφαιρου περιστρόφου στον μύλο του οποίου έχει τοποθετηθεί ένα μόνο φυσίγγιο σε μια από τις θαλάμες του και πιέζει τη σκανδάλη, χωρίς να ξέρει αν το περίστροφο θα εκπυρσοκροτήσει
β) πολύ ριψοκίνδυνη ενέργεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. roulette < αρχ. γαλλ. roelete υποκορ. του roelle «μικρή ρόδα» < λατ. rota «ρόδα»].