Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρούνοι

Greek Monolingual

οι, Ν
σημεία γραφής τών αρχαίων βορειογερμανικών φύλων, από μετασχηματισμό του ελληνικού και του λατινικού αλφαβήτου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. rune < αρχ. αγγλ. run «μυστικό, μυστήριο» < γοτθ. runa «μυστικό, μυστήριο»].