Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σάρμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σάρμα Medium diacritics: σάρμα Low diacritics: σάρμα Capitals: ΣΑΡΜΑ
Transliteration A: sárma Transliteration B: sarma Transliteration C: sarma Beta Code: sa/rma

English (LSJ)

ατος, τό, (σέσηρα, σαίρω (A)) A chasm in the earth, EM709. II (σαίρω (B)) sweepings, refuse, Rhinth.25, prob.l. in Heraclit.124.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 863] τό, 1) Schlund, Loch, Oeffnung der Erde, wie χάσμα, E. M. – 2) Kehricht, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

σάρμα: τό, (σέσηρα, σαίρω Ι) χάσμα ἐν τῇ γῇ, «σχισμάδα», καταβόθρα, Ἐτυμολ. Μέγ. 709. ΙΙ. (σαίρω ΙΙ) = σάρον ΙΙ, σάρωμα, «σκουπίδι», «σάρματα· καλλύσματα καὶ κόπρια παρὰ Ρίνθωνι» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

(I)
-ατος, τὸ, Α σαίρω (Ι)]
χάσμα, ρωγμή στη γη.
(II)
-ατος, τὸ, ΑΜ σαίρω (ΙΙ)]
σκουπίδι
2. (κατά τον Ησύχ.) «σάρματα καλλύσματα καὶ κόπρια παρὰ Ῥίνθωνι».

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σάρμα -ατος, τό [σαίρω] samenveegsel. Heraclit. B 124.

Frisk Etymological English

See also: s. σέσηρα.

Frisk Etymology German

σάρμα: {sárma}
See also: s. σέσηρα.
Page 2,679