Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαρκοφάγος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: σαρκοφάγος Medium diacritics: σαρκοφάγος Low diacritics: σαρκοφάγος Capitals: ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ
Transliteration A: sarkophágos Transliteration B: sarkophagos Transliteration C: sarkofagos Beta Code: sarkofa/gos

English (LSJ)

(parox.), ον,

   A eating flesh, carnivorous, τὰ σ. (sc. ζῷα) Arist.HA488a14; ἔντομα ib.556b21; ὄρνεον σ. Plu.Cleom.39; ταῦροι οἱ καλούμενοι σ. Ael.NA17.45.    2 cannibal, J.AJ13.12.6: metaph., ζῷον ὁ βασιλεὺς σ. Plu.Cat.Ma.8.    II λίθος σ. a limestone (of which the best kind was quarried at Assos in the Troad), remarkable for consuming the flesh of corpses laid in it, Erastus ap.Poll.10.150, Dsc.5.124, Cels.4.31.7, Plin.HN2.211, 36.131, Aët.7.41: hence σαρκοφάγος, ἡ, coffin, IG14.1472, cf. Juv.10.172.

German (Pape)

[Seite 863] fleischfressend; von Thieren, Arist. H. A. 1, 1; von Raubvögeln, Plut. Cleom. 39 u. a. Sp., wie S. Emp. pyrrh. 1, 56. – Bes. λίθος σαρκοφάγος, ein Kalkstein, der am besten bei Assos in Troas gebrochen ward und das Fleisch der hineingelegten Leichname schnell verzehrte, weshalb man gern Särge mit ihm auslegte oder aus ihm verfertigte; ein solcher Sarg hieß selbst σαρκοφάγος, ἡ, sc. σορός; dann brauchte man dieses Wort aber auch übh. für σορός, Sarg, Sarkophag.

Greek (Liddell-Scott)

σαρκοφάγος: -ον, (φᾰγεῖν) ὁ ἐσθίων σάρκας, κρεοφάγος, τὰ σαρκοφάγα (ἐξυπ. ζῷα) Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1, 26., 5. 31, 1, κ. ἀλλ.· σ. ὄρνεον Πλουτ. Κλεομ. 39. ΙΙ. λίθος σαρκ., εἶδος λίθου τιτανούχου (τοῦ ὁποίου ὁ ἄριστος εὑρίσκετο πλησίον τῆς Ἄσσου ἐν τῇ Τρωάδι), ἀξιόλογος ἐπὶ τῇ ἰδιότητι ἣν εἶχε νὰ καταφθείρῃ τὴν σάρκα τῶν ἐν αὐτῷ ἐγκεκλεισμένων νεκρῶν, Ἔραστ. παρὰ Πολυδ. Ι΄, 150, Πλιν. Η. Ν. 2. 96· ὅθεν κατασκευάζοντο ἐξ αὐτοῦ λάρνακες ἢ νεκροθῆκαι, καὶ ἡ τοιαύτη λάρναξ ἐκαλεῖτο ὁμοίως σαρκοφάγος (πιθανῶς θηλ.), Συλλ. Ἐπιγρ. 6559, πρβλ. Ἰουβεν. 10. 72.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui mange de la chair ou de la viande, carnivore.
Étymologie: σάρξ, φαγεῖν.

Spanish

comedor de carne

Greek Monolingual

-ο / σαρκοφάγος, -ον, ΝΑ
1. αυτός που τρώει σάρκες, που τρέφεται με σάρκες, σαρκοβόρος («καὶ τὰ μὲν σαρκοφάγα, τὰ δὲ καρποφάγα», Αριστοτ.)
2. το θηλ. ως ουσ. η σαρκοφάγος
(στην αρχ. Ελλ.) μαρμάρινη ή πήλινη λάρνακα για την εναπόθεση νεκρών, νεκροθήκη
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σαρκοφάγα
ζωολ. α) (με ευρεία έννοια) όλα τα ζώα που τρέφονται κυρίως ή κατ
αποκλειστικότητα με σάρκες ή με άλλα ζώα
β) τάξη θηλαστικών με 248 αρτίγονα είδη κατανεμημένα σε 100 περίπου γένη και 7 οικογένειες, τα οποία τρέφονται γενικά με σάρκες, μολονότι ορισμένα από αυτά, όπως λ.χ. το μεγάλο πάντα, τρέφονται αποκλειστικά με φυτά
αρχ.
αυτός που τρώγει ανθρώπινες σάρκες, ανθρωποφάγος, κανίβαλος
2. φρ. «λίθος σαρκοφάγος» — είδος τιτανιούχου λίθου του οποίου η καλύτερη ποικιλία βρισκόταν κοντά στην Άσσο της Τρωάδας και το οποίο θεωρούσαν αξιόλογο για την ιδιότητά του να καταστρέφει εντελώς τη σάρκα τών νεκρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + -φάγος (πρβλ. χορτο-φάγος). Τη λ., με τη σημ. «νεκροθήκη», δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. λατ. sarcophagus) και στη συνέχεια οι νεώτερες γλώσσες (πρβλ. γαλλ. sarcophage, αγγλ. sarcophagus)].

Greek Monotonic

σαρκοφάγος: -ον (φᾰγεῖν),
I. αυτός που τρέφεται με σάρκες, που τρώει κρέας, σαρκοφάγος, σαρκοβόρος.
II. λίθος σαρκοφάγος, ασβεστολιθικό πέτρωμα που βρέθηκε κοντά στην πόλη Άσσο της Τρωάδος, αξιοπρόσεκτο για την ιδιότητά του να λιώνει ολοσχερώς τις σάρκες των σορών που ήταν θαμμένες σ' αυτό· από το πέτρωμα αυτό κατασκευάζονταν νεκρικές λάρνακες, που με τη σειρά τους λάμβαναν το όνομα σαρκοφάγος, σε Juven.

Russian (Dvoretsky)

σαρκοφάγος: (φᾰ) плотоядный (ὄρνεον Plut.): τὰ σαρκοφάγα (sc. ζῷα) Arst. плотоядные животные.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σαρκοφάγος -ον [σάρξ, φαγεῖν] vleesetend.

Middle Liddell

σαρκο-φάγος, ον, [φᾰγεῖν]
I. eating flesh, carnivorous, Arist.
II. λίθος ς. a limestone found at Assos in Troas, remarkable for consuming the flesh of corpses laid in it; coffins were made of it, and such a coffin was called a σαρκοφάγος, Juven.