Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαφήνεια

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σᾰφήνεια Medium diacritics: σαφήνεια Low diacritics: σαφήνεια Capitals: ΣΑΦΗΝΕΙΑ
Transliteration A: saphḗneia Transliteration B: saphēneia Transliteration C: safineia Beta Code: safh/neia

English (LSJ)

ἡ, A clearness, distinctness. Pl.Phdr.277d; opp. ἀσάφεια, Id.R.478c; μὴ πάσῃ σαφηνείᾳ δυνάμεθα λαβεῖν τό ὄν καὶ μὴ ὄν = we may not be able grasp at full clarity being and non-being Id.Sph.254c; σαφήνεια τινός Id.R.524c; τῶν χορδῶν Id.Lg.812d; τὴν τοῦ στόματος σαφήνειαν Isoc.15.189; τῶν πραχθέντων τὴν σαφήνειαν πυθέσθαι to learn the plain truth, Antipho 1.13; σαφηνείᾳ λόγου εἰδώς τι A.Th.67; clear knowledge, σαφήνειαν θεοὶ ἔχοντι Alcmaeon 1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 866] ἡ, Deutlichkeit, Klarheit; σαφηνείᾳ λόγου εἰδὼς τὰ τῶν θ ύραθεν, Aesch. Spt. 67; σαφήνειαν πυθέσθαι, Antiph. 1, 13; Plat. Polit. 246 c Phil. 57 c; καὶ βεβαιότης, Phaedr. 277 d, u. öfter, u. Folgde, wie Pol. 3, 36, 2; σχημάτων,

Greek (Liddell-Scott)

σᾰφήνεια: ἡ, (σαφηνὴς) εὐκρίνεια, καθαρότης, διαύγεια, Ἰσοκρ. π. Ἀντιδ. § 189, Πλάτ. Φαῖδρ. 277D· ἀντίθετον τῷ ἀσάφεια, ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 478C· πάσῃ σ. λαβεῖν τι ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 254C· σ. τινος ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 524C· τῶν χορδῶν ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 812D· τῶν πραχθέντων σαφήνειαν πυθέσθαι, μανθάνειν ὅλην τὴν ἀλήθειαν περί... Ἀντιφῶν 112. 44· σαφηνείᾳ λόγου εἰδώς τι Αἰσχύλ. Θήβ. 67.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
clarté (d’un son, etc.) ; évidence, certitude.
Étymologie: σαφηνής.

Greek Monolingual

η, ΝΑ σαφηνής
(συν. σχετικά με γραπτό ή προφορικό λόγο) ευκρίνεια, διαύγεια, ενάργεια, καθαρότητα (α. «μίλησε με σαφήνεια και ειλικρίνεια» β. «σαφηνείᾳ λόγου εἰδώς τι», Αισχύλ.)
αρχ.
σαφής γνώση («σαφήνειαν θεοὶ ἔχοντι», Αλκμ.).

Greek Monotonic

σᾰφήνεια: ἡ, ευκρίνεια, σαφήνεια, διαύγεια, καθαρότητα, διαφάνεια, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σᾰφήνεια:
1) ясность, точность, четкость (λόγου Aesch., ἐπιστημῶν Plat.; σχημάτων Luc.);
2) верность, чистота (τῶν χορδῶν Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σαφήνεια -ας, ἡ [σαφηνής] duidelijkheid. zekerheid. helderheid (van geluid):. σαφήνεια τῶν χορδῶν de heldere klank van de snaren Plat. Lg. 812d.

Middle Liddell

σᾰφήνεια, ἡ,
distinctness, perspicuity, Plat., etc.

English (Woodhouse)

σαφήνεια = clearness, distinctness, intelligibility, perspicuity

⇢ Look up "σαφήνεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)