Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σβούρα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η, Ν
1. παιδικό παιχνίδι από ξύλο ή πλαστικό, με κωνικό σχήμα, που καταλήγει σε ακίδα, γύρω από την οποία περιστρέφεται όρθιο με ταχύτητα, όταν ριχθεί στο έδαφος, χάρη στο απότομο ξετύλιγμα λεπτού νήματος που είχε τυλιχθεί γύρω του
2. παρόμοιο παιχνίδι από πλαστική ή άλλη ύλη, το οποίο περιστρέφεται με άλλον τρόπο
3. τεχνολ. ξυλουργική μηχανή που χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση διατομών σε ευθύγραμμα ή καμπύλα στελέχη και για άλλες εργασίες
4. μτφ. άτομο σβέλτο και αεικίνητο («γυρνάει παντού σαν σβούρα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. από τον ήχο σβουρρρ... της σβούρας].