Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σεισμογενής

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

-ές, Ν
1. αυτός που προέρχεται από σεισμό
2. (για τόπο) αυτός που υφίσταται συχνά σεισμούς («σεισμογενής περιοχή»)
3. γεωλ. χαρακτηρισμός εδαφικής ζώνης όπου εξελίσσονται, συνήθως, ενεργές τεκτονικές κινήσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σεισμός + -γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. ηφαιστιο-γενής].