σερενάτα
From LSJ
Greek Monolingual
και σερενάδα, η, Ν
1. ερωτικό άσμα που τραγουδιέται, συνήθως, το βράδυ κάτω από το παράθυρο αγαπημένης γυναίκας, αλλ. καντάδα
2. είδος μουσικής σύνθεσης που άρχισε να αναπτύσσεται από τον μεσαίωνα και έφθασε στην πλήρη άνθησή της τον 18ο αιώνα συνδυάζοντας χαρακτηριστικά της καντάτας, του ορατορίου και της όπερας και που τον 20ό αιώνα αποτελεί μουσικό είδος με πολύ ελεύθερη σύλληψη, τόσο ως προς το οργανικό δυναμικό του όσο και ως προς την φωνητική επεξεργασία ή τα όργανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. serenata, για ουρανό «αίθριος, γαλήνιος», ενώ ο τ. σερενάδα < βεν. serenada (< λατ. sereno «είμαι αίθριος, λαμπρός»)].