Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιαλοχόος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: σῐᾰλοχόος Medium diacritics: σιαλοχόος Low diacritics: σιαλοχόος Capitals: ΣΙΑΛΟΧΟΟΣ
Transliteration A: sialochóos Transliteration B: sialochoos Transliteration C: sialochoos Beta Code: sialoxo/os

English (LSJ)

ον, (χέω)

   A letting the spittle run, Aret.SA1.7, SD2.6; σ. ἀδένες the salivary glands, Gal.16.508: hence σῐᾰ

German (Pape)

[Seite 877] wer den Speichel fließen läßt, geifernd, Medic.; ἀδένες σιαλοχόοι, Speicheldrüsen, Galen.

Greek (Liddell-Scott)

σιᾰλοχόος: -ον, (χέω) ὁ ἀφίνων τὸν σίαλον νὰ ῥέῃ, «σαλιάρης», Ἀρετ. π. Αἰτ. Ὀξ. Παθ. 1. 7, π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 6· σ. ἀδένες, οἱ σιαλογόνοι ἀδ.· ― ἐντεῦθεν σιᾰλοχοέω, σίαλον χέω, «σαλιάζω», Ἱππ. 357. 34. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «σιαλόχους· τοὺς προσραίνοντας σίαλον ἐν τῷ προσδιαλέγεσθαι».

Greek Monolingual

-ον, και, κατά τον Ησύχ., σιαλόχους, -ουν, Α
1. αυτός που αφήνει να τρέχει σάλιο από το στόμα του, ο σαλιάρης
2. αυτός που εκκρίνει σάλιο («σιαλοχόοι ἀδένες» — οι σιαλογόνοι αδένες, Γαλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σίαλον «σάλιο» + -χόος / -χους (< χέω), πρβλ. οἰνο-χόος, υδρο-χόος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σιαλοχόος -όον [σίαλον, χέω] kwijlend.