Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιλό

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το, Ν
1. (αγροτ. τεχνολ.) ο σιρός
2. στρ. υπόγεια εγκατάσταση στην οποία αποθηκεύονται βαλλιστικά βλήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. silo < σιρός «αποθήκη»].