Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκάζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: σκάζω Medium diacritics: σκάζω Low diacritics: σκάζω Capitals: ΣΚΑΖΩ
Transliteration A: skázō Transliteration B: skazō Transliteration C: skazo Beta Code: ska/zw

English (LSJ)

only pres. and impf.,

   A limp, halt, Il.19.47; ἐκ πολέμου 11.811, cf. Com.Adesp.610, Plu.2.317e: metaph., ἀκέσασθαι τὸ σκάζον make good the damage, Men.Prot.p.22 D.; ὁρῶ τὰ ἡμέτερα σκάζοντα, of parasites, Alciphr.3.50; σ. ἀμφοτέροις ἡ κρίσις Chor. in Rh.Mus. 49.504; πρὸς τὴν θεραπείαν Luc.Merc.Cond.39.    II σκάζων, οντος, ὁ,= χωλίαμβος, the iambic verse of Hipponax, with a spondee in the last place, σκάζοντα μέτρα AP7.405 (Phil.). (Cf. Skt. kháñjati 'limp', Germ. hinken.)

German (Pape)

[Seite 887] 1) hinken, Il. 11, 811. 19, 47 u. Sp., Luc. merc. cond. 39, Plut. u. A. – 2) ὁ σκάζων, auch χωλίαμβος, der bes. von Hipponax gebrauchte jambische Hinkvers, ein vollkommner Trimeter, der aber statt des letzten Jambus einen Spondeus oder Trochäus hat; σκάζοντα μέτρα, Philp. 83 (VII, 405).

Greek (Liddell-Scott)

σκάζω: ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατατ., χωλαίνω, «κουτσαίνω», Ἰλ. Τ. 47· ἐκ πολέμου Λ. 811, πρβλ. Πλούτ. 2. 317Ε· μεταφορ., δόμος σκάζει, σαλεύεται, Ἀνθ. Π. 1. 2, 3· ὁρῶ τὰ ἡμέτερα σκάζοντα, ἐπὶ παρασίτων, Ἀλκίφρων 3. 50· σ. τῇ πίστει Ὠριγέν.· πρὸς τὴν θεραπείαν Λουκ. π. τῶν ἐπὶ Μισθ. Συνόντ. 39. ΙΙ. ὁ σκάζων καὶ χωλίαμβος, ὁ ἰαμβικὸς στίχος τοῦ Ἱππώνακτος, ὅστις ἦτο κανονικὸς τρίμετρος ἰαμβικός, ἔχων ὅμως ἐν τῷ τελευταίῳ ποδὶ σπονδεῖον ἢ τροχαῖον, σκάζοντα μέτρα Ἀνθ. Π. 7. 405. (Ἐκ τῆς √ΣΚΑΓ, πρβλ. Σανσκρ. (μετὰ ἐρρίνου) khanǵ khanǵ-âmi· Ἀρχ. Γερμ. hink-en). - Καθ’ Ἡσύχ.: «σκάζει· χωλεύει, χωλαίνει».

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf.
boiter ; fig. chanceler, être peu solide.
Étymologie: R. Σκαγ, boiter.

English (Autenrieth)

part. du. σκάζοντε, mid. inf. σκάζεσθαι: limp. (Il.)

Greek Monolingual

(I)
ΜΑ
(κυρίως στον ενεστ. και παρατ.) χωλαίνω, κουτσαίνω («σκάζων μηρός», Πλούτ.)
αρχ.
1. (η μτχ. ουδ. εν. και πληθ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ σκάζον και τὰ σκάζοντα
κάθε μορφή ατέλειας, ανωμαλίας ή βλάβης (α. «μὴ εὑρεθῆ τὸ δημόσιον σκάζον», πάπ.
β. «εἰρήνη ἀτελὴς καὶ οἶον σκάζουσα», Αγαθ.)
2. (η μτχ. αρσ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) ὁ σκάζων
τρίμετρος κανονικός ιαμβικός στίχος, με τον τελευταίο πόδα του σπονδείο ή τροχαίο, τον οποίο χρησιμοποίησε ο Ιππώναξ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σκάζω ανάγεται στην ΙΕ ρίζα (s)keng- «κουτσαίνω, λοξός» (πρβλ. αρχ. ινδ. khanjati «κουτσαίνω», δαν. shank «κουτσός», γερμ. hinken «κουτσαίνω») και εμφανίζει φωνηεντισμό -α-, ο οποίος είτε οφείλεται στον λαϊκό χαρακτήρα της λ. είτε προέρχεται από το φωνηεντικό -n- της συνεσταλμένης βαθμίδας (skng-). Έχει διατυπωθεί, επίσης, η άποψη ότι η ρίζα αυτή προέρχεται από έναν ονοματικό τ. της ΙΕ που δηλώνει κάποιο μέρος του ποδιού (πρβλ. νορβ. skank «μηρός», γερμ. Schenkel «μηρός», Schinken «χοιρομέρι», γαλλ. hanche «γοφός»)].
(II)
και σκάω και σκάνω και σκω Ν
1. (μτβ.) προκαλώ ράγισμα σε κάτι, κάνω κάτι να ραγίσει (α. «σκάζω τη φούσκα» β. «έσκασε τα σπυριά»)
2. (αμτβ.) παθαίνω ρήγμα, άνοιγμα (α. «έσκασε το λάστιχο του ποδηλάτου» β. «έσκασαν τα χείλια μου από το κρύο και τον αέρα» γ. «έσκασε ο τοίχος»)
3. διαρρηγνύομαι (α. «έσκασε δίπλα του μια οβίδα» β. «έσκασαν τα ρόδια)
4. αναφαίνομαι, φανερώνομαι (α. «έσκασε το δοντάκι του παιδιού» β. «έσκασε ο ήλιος» γ. «έσκασαν τα μπουμπούκια της τριανταφυλλιάς»)
5. (για φυτά και δένδρα) αρχίζει η ανθοφορία μου, βρίσκομαι στην πρώτη άνθηση, ανοίγω («η λωλή αμυγδαλιά πριν τον Μάρτην ήσκασε, ήσκασε κι απόσκασε και καρπόν δεν έκαμε», δημ. δίστιχο)
6. μτφ. α) προξενώ μεγάλη στενοχώρια, υπερένταση ή αγωνία σε κάποιον (α. «με την επιμονή του σκάει και γάϊδαρο» β. «μ' έσκασε αυτό το παιδί με το πείσμα του»)
β) έχω μεγάλη στενοχώρια, βρίσκομαι σε υπερένταση ή αγωνία (α. «σκάσε καρδιά μου, πλάνταξε, γίνου χίλια κομμάτια», δημ. τραγούδι
θ. «έσκασε από το κακό του» γ. «πάει να σκάσει από τη ζήλεια της» δ. «μη σκάνεις και όλα θα διορθωθούν» ε. «έσκασε το παιδί από το κλάμα» — στ. «κοντεύω να σκάσω από τη ζέστη»)
7. χτυπώ ισχυρά και ηχηρά (α. «του 'σκασε ένα χαστούκι» β. «θα σού σκάσω έναν μπάτσο»)
8. (το β' πρόσ. της προστ. αορ. ως βάναυση προσταγή) σκάσε και σκάστε
μη μιλάς, μη μιλάτε, βούλωσ' το, βουλώστε το
9. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) σκασμένος, -η, -ο
κακομαθημένος
10. φρ. α) «έσκασε στα γέλια» — ξέσπασε σε ακράτητα γέλια, γέλασε κατά κόρον
β) «της έσκασε ένα φιλί» — τή φίλησε
γ) «έσκασε κανόνι» — δεν πλήρωσε
δ) «το έσκασε από το σχολείο [ή από το σπίτι ή από τη φυλακή]» — έφυγε κρυφά, δραπέτευσε
ε) «του σκασε ένα χιλιάρικο γι' αυτήν τη δουλειά» — του πλήρωσε
στ) «του σκασε το μυστικό» — του φανέρωσε το μυστικό
ζ) «σκάζω από το [πολύ] φαγητό» — τρώγω κατά κόρον
η) «να σκάσεις και να πλαντάξεις» — λέγεται ως ένδειξη αδιαφορίας και περιφρόνησης ή ως κατάρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. σχάζω «σχίζω, ανοίγω οπή». Για την τροπή του -χ- σε -κ- πρβλ. μασχάλη: μασκάλη, σχίζω: σκίζω. Ο τ. σκάνω έχει σχηματιστεί από τον αόρ. έσχασα του σχάζω κατά το σχήμα: αμάρτησα: αμαρτάνω, έφτασα: φτάνω].

Greek Monotonic

σκάζω: μόνο σε ενεστ. και παρατ.,
I. κουτσαίνω, χωλαίνω, σε Ομήρ. Ιλ.· μεταφ., σκάζω πρὸς τὴν θεραπείαν, σε Λουκ.
II. ὁ σκάζων, επίσης χωλίαμβος, ο ιαμβικός στίχος του Ιππώνακτος, που είναι ένας κανονικός εξάμετρος με έναν σπονδείο ή τροχαίο στον τελευταίο πόδα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

σκάζω:
1) хромать, ковылять Hom., Plut.: σ. πρὸς τὴν θεραπείαν Luc. ковыляя идти на работу;
2) нетвердо держаться (на ногах), шататься (δόμος σκάζων Anth.);
3) стих. хромать, быть неровным, неритмичным (σκάζοντα μέτρα Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκάζω hinken; overdr.. πρὸς τὴν θεραπείαν σκάζοντα verslappend in dienstbetoon Luc. 36.39.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to limp (ep. [poet.] Il., also Hdt., LXX).
Compounds: Also with ἐπι-, ὑπο-, (only pres. a. ipf.).
Derivatives: σκασμός m. the limping (Aq.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [930] *skeng-, skn̥g- to limp, slanting
Etymology: Since Fick BB 6, 214 connected with Skt. khañjati limp (MInd. for *skañj-?; s. Mayrhofer w. lit.) and with Germ., Dan. skank limping, esp. of horses, OWNo. skakkr slanting (PGm. *skanka-). Besides without s- and with orig. e-vowel Germ., e.g. OHG hinkan limp. As the absence of palatalition in Skt. khañj-, if for *skañj-, prob. points to a, for σκάζω beside the gener. assumed basic form skn̥g-i̯ō also *skang-i̯ō is a possibility. An IE a-vowel would not surprise in this popular word. Germ. hinkan, which also deviates in anlaut, wouls then be unorig.; s. on this Sommer Sprachgesch. u. Wortbed. 425 ff., where for the whole group, which has richly developed in Germ. (Sommer l.c., WP. 2, 564f., Pok. 930), nominal origin, esp. a body-part name ('shank' v. t.), is rightly considered. -- Cf. σκαμβός.

Middle Liddell

only in pres. and imperf.]
I. to limp, halt, Il.: metaph., σκ. πρὸς τὴν θεραπείαν Luc.
II. ὁ σκάζων, also χωλίαμβος, the iambic verse of Hippon., being a regular senarius, with a spondee or trochee in the last place, Anth.

Frisk Etymology German

σκάζω: {skázō}
Grammar: v.
Meaning: hinken (ep. [poet.] seit Il., auch Hdt., LXX u. sp.)
Composita : auch mit ἐπι-, ὑπο-, (nur Präs. u. Ipf.)
Derivative: mit σκασμός m. das Hinken (Aq.).
Etymology : Seit Fick BB 6, 214 mit aind. khañjati hinken (mind. für *skañj-?; s. Mayrhofer m. Lit.) und mit germ., dän. skank ‘hinkend, bes. von Pferden, spatlahm’, awno. skakkr schief (urg. *skanka-) verbunden. Danehen ohne s- und mit urspr. e-Vokal germ., z.B. ahd. hinkan hinken. Da das Ausbleiben der Palatalisierung in aind. khañj-, wenn für *skañj-, am ehesten auf idg. a hindeutet, kommt für σκάζω neben der allg. angesetzten Grundform sqn̥g-i̯ō auch *sqang-i̯ō ernst in Betracht. Ein idg. a-Vokal hätte in diesem volkstümlichen Wort nichts Auffallendes. Germ. hinkan, das auch im Anlaut abweicht, wäre dann unursprünglich; s. darüber Sommer Sprachgesch. u. Wortbed. 425 ff., wo für die ganze Sippe, die sich besonders im Germ. reich entwickelt hat (Sommer a. O., WP. 2, 564f., Pok. 930), nominaler Ursprung, u. zw. eine Körperteilbenennung (’Schenkel’ o. ä.), mit Recht erwogen wird. — Vgl. σκαμβός.
Page 2,714