Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαιότης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σκαιότης Medium diacritics: σκαιότης Low diacritics: σκαιότης Capitals: ΣΚΑΙΟΤΗΣ
Transliteration A: skaiótēs Transliteration B: skaiotēs Transliteration C: skaiotis Beta Code: skaio/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, (A σκαιός III) awkwardness, ἀγνωμοσύνη καὶ σ. Hdt.7.9.β; αὐθαδία τοι σκαιότητ' ὀφλισκάνει S.Ant.1028; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σ. Pl.R.411e; σ. πλουσία, opp. σοφὴ πενία, Critias 29 D.; σ. τῶν τρόπων D.6.19.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 888] ητος, ἡ, linkisches Wesen, ungesittetes, grobes Betragen, Ungeschicklichkeit; auch Unerfahrenheit, Unwissenheit; καὶ ἀγνωμοσύνη, Her. 7, 9, 2; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σκαιότητι ζῇ, Plat. Rep. III, 411 e; διὰ σκαιότητα τῶν τρόπων τῶν μετὰ ταῦτ' οὐδὲν προόψεσθαι, Dem. 6, 19; Folgde, wie Pol. 32, 19, 4, Luc. Tim. 44; τρόπου, Alciphr. 3, 22.

Greek (Liddell-Scott)

σκαιότης: -ητος, ἡ, (σκαιός ΙΙ) τὸ χρῆσθαι τῇ ἀριστερᾷ χειρί, ἀδεξιότης, ἀνεπιτηδειότης, ἀγνωμοσύνη καὶ σκ. Ἡρόδ. 7. 9, 2· αὐθοδία τοι σκαιότητ’ ὀφλισκάνει Σοφ. Ἀντ. 1028· ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σκ. Πλάτ. Πολ. 411Ε· σκ. τῶν τρόπων Δημ. 70. 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ἀναισθησία. μωρία. ταραχή».

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
c. σκαιοσύνη.
Étymologie: σκαιός.

Greek Monotonic

σκαιότης: -ητος, ἡ (σκαιός III), αριστεροχειρία, αδεξιότητα, αγαρμποσύνη, ατζαμοσύνη, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σκαιότης: ητος ἡ невежественность, бестолковость или глупость Her., Soph., Plat., Dem.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκαιότης -ητος, ἡ [σκαιός] onhandigheid, domheid.

Middle Liddell

σκαιότης, ητος, ἡ, σκαιός III.]
lefthandedness, awkwardness, Hdt., Soph., etc.

English (Woodhouse)

σκαιότης = boorishness, clumsiness, gaucheness

⇢ Look up "σκαιότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)