Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαιότης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: σκαιότης Medium diacritics: σκαιότης Low diacritics: σκαιότης Capitals: ΣΚΑΙΟΤΗΣ
Transliteration A: skaiótēs Transliteration B: skaiotēs Transliteration C: skaiotis Beta Code: skaio/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, (

   A σκαιός 111) awkwardness, ἀγνωμοσύνη καὶ σ. Hdt.7.9.β; αὐθαδία τοι σκαιότητ' ὀφλισκάνει S.Ant.1028; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σ. Pl.R.411e; σ. πλουσία, opp. σοφὴ πενία, Critias 29 D.; σ. τῶν τρόπων D.6.19.

German (Pape)

[Seite 888] ητος, ἡ, linkisches Wesen, ungesittetes, grobes Betragen, Ungeschicklichkeit; auch Unerfahrenheit, Unwissenheit; καὶ ἀγνωμοσύνη, Her. 7, 9, 2; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σκαιότητι ζῇ, Plat. Rep. III, 411 e; διὰ σκαιότητα τῶν τρόπων τῶν μετὰ ταῦτ' οὐδὲν προόψεσθαι, Dem. 6, 19; Folgde, wie Pol. 32, 19, 4, Luc. Tim. 44; τρόπου, Alciphr. 3, 22.

Greek (Liddell-Scott)

σκαιότης: -ητος, ἡ, (σκαιός ΙΙ) τὸ χρῆσθαι τῇ ἀριστερᾷ χειρί, ἀδεξιότης, ἀνεπιτηδειότης, ἀγνωμοσύνη καὶ σκ. Ἡρόδ. 7. 9, 2· αὐθοδία τοι σκαιότητ’ ὀφλισκάνει Σοφ. Ἀντ. 1028· ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σκ. Πλάτ. Πολ. 411Ε· σκ. τῶν τρόπων Δημ. 70. 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ἀναισθησία. μωρία. ταραχή».

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
c. σκαιοσύνη.
Étymologie: σκαιός.

Greek Monotonic

σκαιότης: -ητος, ἡ (σκαιός III), αριστεροχειρία, αδεξιότητα, αγαρμποσύνη, ατζαμοσύνη, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σκαιότης: ητος ἡ невежественность, бестолковость или глупость Her., Soph., Plat., Dem.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκαιότης -ητος, ἡ [σκαιός] onhandigheid, domheid.

Middle Liddell

σκαιότης, ητος, ἡ, σκαιός III.]
lefthandedness, awkwardness, Hdt., Soph., etc.