Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαραβαίος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ο, Ν
1. ζωολ. γένος και γενική ονομασία τών κολεόπτερων εντόμων της οικογένειας σκαραβαιίδες και κυρίως τών κοπροφάγων εκπροσώπων της οικογένειας αυτής, γνωστών και με τη λόγια ονομασία κάνθαρος και με την κοινή ονομασία μπούρμπουλας
2. αρχαιολ. πήλινο αντικείμενο ή γλυπτός πολύτιμος λίθος στο σχήμα του παραπάνω εντόμου, που το θεωρούσαν ιερό και σύμβολο της ανάστασης τών νεκρών στην αρχαία Αίγυπτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. scarabaeus (< αρχ. κάραβος «είδος εντόμου, σκαθάρι»). Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Α. Ρ. Ραγκαβή].