Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκελοκοπούμαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-έομαι, Α
έχω τσακισμένα τα σκέλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκέλος + -κοποῦμαι (< -κοπῶ < -κοπος < κόπτω), πρβλ. στερνο-κοποῦμαι].