Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκεπάζω

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σκεπάζω Medium diacritics: σκεπάζω Low diacritics: σκεπάζω Capitals: ΣΚΕΠΑΖΩ
Transliteration A: skepázō Transliteration B: skepazō Transliteration C: skepazo Beta Code: skepa/zw

English (LSJ)

fut. A σκεπάσω LXX Ex.40.3: (σκέπω) prose form of σκεπάω:— cover, shelter, σ. τὰ δεόμενα σκέπης X.Mem.3.10.9, cf. Eq. 12.8, Arist. IA711b32, PA658b6; ς. [τινὰ] ἱματίοις cover him with blankets, POxy.1088.47 (i A.D.):—Med., aor. 1, Gal.4.549:—Pass., ὁκόσα ὑπὸ τοῦ ἱματίου ἐσκέπασται Hp.Aër.8, cf. X.Cyr.8.8.17, Arist.GA785a27; especially of armour, Plb.1.22.10, etc.; δοραῖς τὸ σῶμα σ. POxy.1241 iv 18 (ii A.D.); ἐσκεπασμένην σκοπαῖς guarded, watched, Lyc.1311; σ. ἀπὸ καύματος LXX Si.14.27. 2 protect or shelter, esp. by patronage, τοὺς πλινθουλκούς, οὒς ἔδει λειτουργεῖν PSI4.440.14 (iii B.C.):—Pass., PHib.1.35.10 (iii B.C.), UPZ110.15 (ii B.C.). b exercise unauthorized patronage over, τὰς ἱερὰς ἀρούρας Wilcken Chr.65.60 (ii B.C.). II c. acc. rei, keep off, καῦμα τῶν Ἐρώτων Anacreont.17.9.

German (Pape)

[Seite 892] wie σκεπάω, decken, bedecken, verhüllen; τὰ δεόμενα σκέπης τοῦ ἀνθρώπ ου σκεπάζειν τὸν θώρακα, Xen. Mem. 3, 10, 9; σῶμα καὶ πόδας ἀρκεῖ αὐτοῖς ἐσκεπάσθαι, Cyr. 8, 8, 17; Sp., τὴν κατὰ πρόσωπον ἐπιφάνειαν ἐσκέπαζον ταῖς τῶν θυρεῶν προβολαῖς, Pol. 1, 22, 10, vgl. 10, 13, 2; καῦμά τινι, Anacr. 17, 9; übh. beschützen, Lycophr. 1311.

French (Bailly abrégé)

pf. ἐσκέπακα;
abriter, protéger, couvrir, acc..
Étymologie: σκέπας ; cf. σκεπάω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκεπάζω [σκέπας] perf. med.-pass. ἐσκέπασμαι, bedekken, beschermen.

Russian (Dvoretsky)

σκεπάζω: служить защитой, защищать (αἱ τρίχες σκεπάζουσι Arst.; τὸν κενεῶνα τοῦ ἵππου τῷ ἐφιππίῳ σκεπάσαι Xen.): σ. τι ταῖς τῶν θυρεῶν προβολαῖς Polyb. закрывать что-л., выставляя вперед щиты; τὰ σκεπάζοντα τῶν ὅπλων Diod. оборонительное оружие; τὸ καῦμα σ. τινί Anacr. защищать кого-л. от зноя.

Spanish

proteger

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και ποιητ. τ. σκεπῶ, -άω, Α
1. περιβάλλω κάποιον ή κάτι με σκέπασμα, επικαλύπτω (α. «και σφαλιχτά τα μάτια μου σκεπάζω με τα χέρια μου», Γρυπ.
β. «τά μὲν δεόμενα σκέπης τοῦ ἀνθρώπου σκεπάζειν τὸν θώρακα», Ξεν.)
2. καλύπτω κάποιον με κλινοσκεπάσματα ή με ρούχα («σκέπασε το παιδί καλά να μην κρυώσει»)
3. τοποθετώ στέγη σε έναν χώρο ή σε ένα οίκημα, στεγάζω («έχτισαν το σπίτι κι ακόμη δεν το σκέπασαν»)
4. μτφ. α) παρέχω ασφάλεια και προστασία σε κάποιον, προκαλύπτω, προφυλάσσω (α. «στάθηκε μπροστά του και τον σκέπασε με το σώμα του» β. «ἡμᾶς ἀπέσταλκεν, τοὺς δὲ πλινθουλκοὺς σκεπάζει, οὓς ἔδει λειτουργεῖν», πάπ.
γ. «τὴν κατὰ πρόσωπον ἐπιφάνειαν ἐσκέπαζον ταῖς τῶν θυρεῶν προβολαῖς», Πολ.)
β) αποκρύπτω κάτι, ώστε να μη γίνει γνωστό, συγκαλύπτω μια πράξη ή έναν ένοχο, αποσιωπώ («να πλημμυρίση ολούθενε η χαρά σας και να σκεπάση τη ντροπή», Ζερβ.)
νεοελλ.
1. φρ. α) «τά σκεπάζω» — τά συγκαλύπτω
β) (στον Ερωτόκρ.) «η πλάκα όσες σκεπάζει» — όσες είναι πεθαμένες
2. παροιμ. «εμάκρυναν οι ποδιές της κι εσκέπασαν τις γάμπες της» — όταν πλουτίσει κανείς, αποσιωπώνται οι παρανομίες που είχε διαπράξει
αρχ.
1. ιδιοποιούμαι δικαιώματα προστάτη ή αυθέντη («τὰς ἱερὰς ἀρούρας σκεπάζειν», πάπ.)
2. καταπραΰνω, κατασιγάζω («τὸ δὲ καῡμα τῶν Ἐρώτων...τίνι σκεπάζω», Ανακρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι ρηματ. τ. σκεπάζω, σκεπῶ ανήκουν στην οικογένεια της λ. σκέπας (βλ. λ. σκέπας) και πρέπει να είναι μετονοματικά παρ. (πιθ. από το σκέπας ή το σκέπη). Ο τ. σκεπάζω είναι ο πιο εύχρηστος τ. ενεστ.].

Greek Monotonic

σκεπάζω: μέλ. -άσω (σκέπω), στεγάζω, καλύπτω, προφυλάσσω, σε Ξεν.

Greek (Liddell-Scott)

σκεπάζω: μέλλ. -άσω, (σκέπω) πεζὸς τύπος τοῦ σκεπάω, καλύπτω, σκέπω, στεγάζω, προφυλάττω, σκ. τὰ δεόμενα σκέπης Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 9, πρβλ. Ἱππ. 12, 8, Ἀριστ. π. Ζῴων Πορείας 12, 11· αἱ τρίχες σκεπάζουσι ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 2. 14, 6, πρβλ. π. Ζ. Γεν. 5. 5, 5· - μέσ. ἀόρ. α΄, Γαλην. 4. 549. - Παθ., ὑφ' ἱματίου Ἱππ. π. Ἀέρ. 285, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 8. 8. 17· μάλιστα ἐπὶ ὁπλισμοῦ, Πολύβ. 1. 22, 10, κτλ.· ἐσκεπασμένην σκοπαῖς, φυλαττομένην, Λυκόφρ. 1311· σκ. ἀπὸ καύματος Ἑβδ. (Σειρὰχ ΙΔ΄, 27)· - πρβλ. στεγάζω. ΙΙ. μετ’ αἰτ. πράγμ., ἀποκρούω, Λατιν. defendo, τὸ καῦμα σκ. τινὶ Ἀνακρεόντ. 17 (18). 9.

Middle Liddell

σκεπάζω, fut. -άσω σκέπω
to cover, shelter, Xen.