Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκορ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το, Ν
άκλ.
1. ο αριθμός τών βαθμών, πόντων ή τερμάτων που σημειώνει ένας παίκτης ή μια ομάδα σε αθλητική συνάντηση
2. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα σε βαθμούς ή σε τέρματα μιας αγωνιστικής προσπάθειας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. score].