Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκορ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το, Ν
άκλ.
1. ο αριθμός τών βαθμών, πόντων ή τερμάτων που σημειώνει ένας παίκτης ή μια ομάδα σε αθλητική συνάντηση
2. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα σε βαθμούς ή σε τέρματα μιας αγωνιστικής προσπάθειας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. score].