Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκύλο

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το / σκῡλον, ΝΑ
καθετί που διαρπάζεται από σκοτωμένο στρατιώτη, προϊόν σκύλευσης («τὰς πτέρυγας... τῇ Νίκῃ φορεῑν ἔδοσαν... σκῡλον ἀπὸ τῶν πολεμίων», Αριστοφ.)
αρχ.
1. (κυρίως στον πληθ.) τὰ σκῡλα
τα όπλα που αφαιρούνται από σκοτωμένο εχθρό, λάφυρα («Πέρσεις τε Τροίαν, σκῡλά τ' εἰς μέλαθρα τὰ σὰ πέμψεις», Σοφ.)
2. φρ. «σκῡλα γράφω» — αναγράφω το όνομά μου πάνω στα όπλα σκοτωμένου εχθρού που πήρα ως λάφυρα και τα οποία πρόκειται να αφιερώσω σε έναν θεό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά τη συνηθέστερη άποψη, ο τ. συνδέεται με τα σκῦτος «δέρμα» και ἐπισκύνιον «το δέρμα του μετώπου πάνω από τα φρύδια», γεγονός που γεννά σημασιολογικές δυσχέρειες. Πιο πιθανή, ωστόσο, φαίνεται η σύνδεση του τ. με τα σκύλος «δέρμα ζώου», σκύλλω «ξεσκίζω, καταστρέφω». Κατ' άλλη άποψη, τέλος, ο τ. συνδέεται με το σημασιολογικά συγγενές σῦλον, ενώ η σχέση παραγωγής είναι είτε σκῦλον < σῦλον κατ' επίδραση του σκῦτος είτε σῦλον < σκῦλον με απλοποίηση του σκ- >ξ-> σ-].