Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σμήχω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: σμήχω Medium diacritics: σμήχω Low diacritics: σμήχω Capitals: ΣΜΗΧΩ
Transliteration A: smḗchō Transliteration B: smēchō Transliteration C: smicho Beta Code: smh/xw

English (LSJ)

Hp.Acut.65, impf.

   A ἔσμηχον Od.6.226: aor. ἔσμηξα Aret. (v. infr.), Nonn.D.25.331, etc.:—Med. and Pass., σμήχομαι Hp. Acut. l.c.: aor. ἐσμήχθην (δι-) Ar.Nu.1237: ἐσμηξάμην Hp.Steril.219, Superf.25: pf. part. ἐσμηγμένος Dsc.5.79:—lengthd. form of σμάω, wipe off by help of soap or unguent (cf. σμῆμα, σμῆγμα), wash off, ἐκ κεφαλῆς δ' ἔσμηχεν ἁλὸς χνόον Od. l.c.    2 clear off by help of lotions or salves, ἀχῶρας, λέπρας, Dsc.1.33, 2.9, etc.    b purge away, φλέγμα Aret.CA1.10.    II soap a person, wash him with soap or unguent, Hp.Acut. l.c.; wipe clean, Lyc.876; ἀσπίδα Babr.76.12: prov., Αἰθίοπα σ. 'wash a blackamoor white', Luc.Ind.28, Zen. 1.46, Diogenian.1.45:—Med. and Pass., wash oneself or get oneself washed with soap or unguent, Hp.Acut. l.c.; σμηξάσθω τὴν κεφαλήν Id.Steril. l.c., Superf. l.c.; σμηχομένα κρόταφον wiping her brow clean, AP6.276 (Antip.); τοὺς ὀδόντας Str.3.4.16; of hair, οὔρῳ κυνείῳ σμήχου Archig. ap. Gal.12.443.

German (Pape)

[Seite 911] oft, von Sp. auch in Prosa gebrauchte Nebenform zu σμάω (w. m. s.), abreiben, abwischen; χνόον ἐκ κεφαλῆς ἔσμηχεν, Od. 6, 226; εὐώδη σμηχομένα κρόταφον, Antp. Sid. 25 (VI, 276); ὀμβρία σμήχουσα νιφάς, Lycophr. 875, u. a. Sp. – Αἰθίοπα σμήχειν, einen Mohren weiß waschen, Luc. adv. ind. 28; vgl. Zenob. 1, 46.

Greek (Liddell-Scott)

σμήχω: παρατατ. ἔσμηχον Ὀδ. Ζ. 226· ἀόρ. ἔσμηξα Νόνν. Δ. 25. 331, κτλ. - Παθ. σμήχομαι Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 395· ἀόρ. ἐσμήχθην (δι-) Ἀριστοφ. Νεφ. 1237. Ἐκτεταμένος τύπος τοῦ σμάω, σπογγίζω καὶ καθαρίζω, ἀποπλύνω τῇ βοηθείᾳ σάπωνος ἢ σαπωνώδους ἀλοιφῆς (πρβλ. σμῆμα, σμῆγμα), ἀποπλύνω, ἐκ κεφαλῆς δ’ ἔσμηχεν ἁλὸς χνόον Ὀδ. ἔνθ’ ἀνωτ. 2) ἀποκαθαίρω διὰ λούσεων καὶ χρισμάτων, Διοσκ. 1. 39., 2. 11, κτλ.· καθαρίζω καὶ ἀπορρίπτω, ἀφαιρῶ, τὸ φλέγμα Ἀρετ. Ὀξ. Νούσ. Θεραπευτ. 1. 10, Ἡσύχ. ΙΙ. ἀποσπογγίζω καὶ καθαρίζω, Λυκόφρ. 876· ἀσπίδα σμ. Βαβρ. 76. 12· παροιμ., Αἰθίοπα σμ., ἐπὶ τῶν ἀνηνύτοις ἐπιχειρούντων, ματαιοπονεῖν, Λουκ. πρὸς Ἀπαίδ. 28, Παροιμιογρ., Αἴσωπ. - Μέσ. καὶ παθ., νίπτω ἐμαυτὸν ἢ πλύνομαι δι’ ἄλλου, Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ.· σμηχομένα κρόταφον, ἀπομάττουσα καὶ καθαρίζουσα τὸ μέτωπον, Ἀνθ. Π. 6. 276. - Πρβλ. σμάω ἐν τέλ. - Ἴδε Κόντου Λόγ. Ἑρμῆν σ. 435.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., impf. et ao. ἔσμηξα;
Pass. seul. pf. ἔσμηγμαι;
essuyer, d’où
1 enlever en essuyant, acc.;
2 nettoyer ou rendre clair en essuyant.
Étymologie: R. Σμηχ, frotter ; cf. σμάω.

English (Autenrieth)

ipf. ἔσμηχε: wipe off, cleanse, Od. 6.226†.

Greek Monolingual

ΜΑ
1. πλένω με σαπούνι ή σαπωνώδη αλοιφή («ἐκ κεφαλῆς δ' ἔσμηχεν ἁλὸς χνόον», Ομ. Οδ.)
2. καθαρίζω με τη χρήση αλοιφής («τὰ μέλη λελωβημένους... ὁ μακάριος ἔσμηχε καὶ ἀπέρριπτε», Μηναί.)
αρχ.
1. καθαρίζω αφαιρώντας κάτι («σμήχειν φλέγμα», Αρετ.)
2. παροιμ. «Αιθίοπα σμήχειν» — λεγόταν για κάποιον που ματαιοπονούσε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σμη- του ρ. σμῶ / σμήω + ενεστωτικό επίθημα -χω (πρβλ. τρύ-χω, ψή-χω)].

Greek Monotonic

σμήχω: αόρ. αʹ ἔσμηξα — Παθ., αόρ. αʹ ἐσμήχθην· εκτεταμ. τύπος του σμάω·
I. σφουγγίζω και καθαρίζω, αποτρίβω με τη βοήθεια σαπουνιού ή καθαριστικής αλοιφής, πλένω, σε Ομήρ. Οδ.
II. καθαρίζω, σε Βάβρ.· παροιμ., Αἰθίοπα σμήχω, «τον αράπη κι αν ασπρίζεις...», σε Λουκ. — Μέσ., σμηχόμενα κρόταφον, σκουπίζοντας και καθαρίζοντας το μέτωπό της, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

σμήχω:
1) стирать, смывать (χνόον ἐκ κεφαλῆς Hom.);
2) вытирать, чистить, мыть (ἀσπίδα Babr.): Αἰθίοπα σ. погов. Luc. мыть добела эфиопа, т. е. заниматься напрасным трудом.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σμήχω wegspoelen:. χνόον een zoutkorst Od. 6.226. insmeren (met olie, om schoon te maken), met acc. v. pers.

Middle Liddell

longer form of σμάω
I. to wipe off by help of soap or unguent, to wash off, Od.
II. to wipe clean, Babr.: proverb., Αἰθίοπα σμ. "to wash a black man white," Luc.: —Mid., σμηχομένα κρόταφον wiping her brow clean, Anth.