Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπασμός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: σπασμός Medium diacritics: σπασμός Low diacritics: σπασμός Capitals: ΣΠΑΣΜΟΣ
Transliteration A: spasmós Transliteration B: spasmos Transliteration C: spasmos Beta Code: spasmo/s

English (LSJ)

ὁ,=

   A σπάσμα 1.2, convulsion, spasm, Hdt.4.187, Hp.Aph.2.26, Th.2.49, Sor.1.46, al.; βρυχώμενον σπασμοῖσι S.Tr.805; fit of epilepsy, Hp.Coac.350; ἐπιληπτικοὶ σ. Sor.1.96: metaph., ἔθαλψεν ἄτης σ. S.Tr.1082.    II priapism, Ar.Lys. 845.    III violent agitation, as of the sea, D.S.3.44, Plu.Cic.32, App.BC5.90.    IV drawing, μαχαιρῶν LXX 2 Ma.5.3.

German (Pape)

[Seite 918] ὁ, = σπάσις, Zuckung, Krampf; βρυχώμενον σπασμοῖσι, Soph. Trach. 802, vgl. 1072; Ar. Lys. 845. 1089, in obscönem Sinne; Her. 4, 187; Thuc. 2, 49 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

σπασμός: ὁ, (σπάω) = σπάσμα, σπασμωδικὴ κίνησις, βίαιος τανυσμός, Ἡρόδ. 4. 187, Ἱππ. Ἀφ. 1245· βρυχώμενον σπασμοῖσι Σοφ. Τρ. 805· παροξυσμὸς ἐπιληψίας, Ἱππ. 174Β· - μεταφορ., ἔθαλψεν ἄτης σπ. Σοφ. Τρ. 1082. ΙΙ. τανυσμὸς τοῦ αἰδοίου, πριαπισμός, Λατ. tentigo, Ἀριστοφ. Λυσ. 845. ΙΙΙ. βιαία κίνησις ἢ ταραχὴ ὡς ἡ τῆς θαλάσσης, Διόδ. 3. 44, Πλουτ. Κικ. 32. IV. ἐξέλκυσις, ἀνάσπασις, μαχαιρῶν Β΄ Μακκ. Ε΄, 3. - Καθ’ Ἡσύχ. «ἡ παλίρροια. καὶ τὸ πάθος».

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 spasme, convulsion;
2 p. anal. en parl. de la mer convulsion, agitation violente.
Étymologie: σπάω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ σπάω / σπῶ]
1. βίαια σύσπαση ενός ή πολλών μυών
2. καθεμία από τις συσπάσεις κατά την κρίση επιληψίας
νεοελλ.
1. ιατρ. ακούσια συστολή μεμονωμένων μυών ή ολόκληρων μυικών ομάδων που μπορεί να είναι συνεχής, διακεκομμένη ή εναλλάξ συνεχής και διακεκομμένη
2. φρ. α) «σπασμός τών συγγραφέων» — ανικανότητα χρησιμοποίησης γραφικού οργάνου λόγω σπασμού, τρόμου, νευραλγίας ή χαλάρωσης τών μυών του άκρου χεριού
β) «κλονικός σπασμός» — διακεκομμένος σπασμός
γ) «τονικός σπασμός» — συνεχής και παρατεταμένος σπασμός
αρχ.
1. έντονη στύση του πέους, πριαπισμός
2. βίαιη, ταραχώδης κίνηση («σεισμόν τε τῆς γῆς καὶ σπασμὸν... τῆς θαλάσσης», Πλούτ.)
3. ανάσπαση, εξέλκυση («μαχαιρῶν σπασμούς», ΠΔ)
4. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ παλίρροια καὶ τὸ πάθος».

Greek Monotonic

σπασμός: ὁ (σπάω), σπασμός, μυϊκή σύσπαση, αιφνίδιο τίναγμα, κλονισμός, συγκλονισμός, σε Ηρόδ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

σπασμός:
1) спазм, судорога Her., Soph., Thuc.: γέλως ἐοικώς σπασμῷ Plut. судорожный смех;
2) сильная страсть, похоть Arph.;
3) сильное волнение (τῆς θαλάττης Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σπασμός -οῦ, ὁ [σπάω] kramp, (stuip)trekking, spasme:. σπασμὸν ἐνδιδόναι ἰσχυρόν een hevige spasme veroorzaken Thuc. 2.49.4. uitbr. onstuimige beweging. Plut. Cic. 32.4.

Middle Liddell

σπασμός, οῦ, ὁ, σπάω
a convulsion, spasm, Hdt., Soph.