Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπιρομετρία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
ιατρ. μέτρηση με τη βοήθεια του σπειρομέτρου τών όγκων τών αερίων που κινητοποιούνται με τις αναπνευστικές κινήσεις και τών αναπνευστικών αποδόσεων σε κατάσταση ηρεμίας και κόπωσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. γαλλ. spirometrie (< λατ. spiro «αναπνέω» + -μετρία)].