Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπιρόμετρο

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το, Ν
ιατρ. όργανο για τη μέτρηση τών αναπνευστικών μεγεθών, ειδικότερα της ζωτικής χωρητικότητας, δηλαδή του όγκου του αέρα που εκπνέεται κατά τη διάρκεια μιας βίαιης εκπνοής ύστερα από βαθιά εισπνοή και, γενικότερα, τών μεταβολών του όγκου τών εκπνεόμενων αερίων κατά τη διάρκεια τών αναπνευστικών κινήσεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. γαλλ. spirometre (< λατ. spiro «αναπνέω» + μέτρο)].