Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπονδυλόζωο

Greek Monolingual

το, Ν
ζωολ. συν. στον πληθ. τα σπονδυλόζωα
η σημαντικότερη υποσυνομοταξία τών χορδωτών, με κύριο γνώρισμα την ύπαρξη σπονδυλικής στήλης και ραχιαίου κεντρικού νευρικού συστήματος, υποσυνομοταξία η οποία περιλαμβάνει τους ιχθύς, τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά, δηλαδή τα μοναδικά ζώα με γνήσιο ενδοσκελετό ικανό να στηρίζει το σώμα τους, ώστε να τους προσφέρεται η δυνατότητα απόκτησης πολύ μεγαλύτερου μεγέθους από τα περισσότερα ασπόνδυλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σπόνδυλος + ζώο, απόδοση στην ελλ. του αγγλ. vertebrates. Η λ. μαρτυρείται από το 1885 στο περιοδικό Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως].