Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέρησις

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: στέρησις Medium diacritics: στέρησις Low diacritics: στέρησις Capitals: ΣΤΕΡΗΣΙΣ
Transliteration A: stérēsis Transliteration B: sterēsis Transliteration C: sterisis Beta Code: ste/rhsis

English (LSJ)

also στέρ-εσις (q.v.), εως, ἡ,

   A deprivation, loss, of a thing, ἀρχῆς Th.2.63; πνεύματος Pl.Lg.865b; σ. αἰσθήσεως ὁ θάνατος Epicur.Ep.3p.60U.; σ. τῆς ἀναπνοῆς Gal. 15.795; σ. τοῦ ὀφθαλμοῦ, ὀφθαλμῶν, i.e. blindness, Hp.Judic.42, Gal.17(1).401.    2 confiscation, πλοίου OGI572.22 (Myra, ii/iii A.D., dub. l., fort. στέρεσις).    3 negation, privation, Arist.Rh.1408a7, Cat.12a26, Metaph.1004b27, Thphr.HP1.2.5; περὶ τῶν κατὰ στέρησιν λεγομένων on negatives, title of work by Chrysipp., Stoic.2.5.

German (Pape)

[Seite 937] ἡ, Beraubung; Thuc. 2, 63; πνεύματος, Plat. Legg. tx, 865 h, u. öfter. – In der Rede, Verneinung, Arist. u. Rhett.

Greek (Liddell-Scott)

στέρησις: ἡ, (στερέω) ἀποστέρησις, ἀφαίρεσις, ἀπώλεια πράγματός τινος, ἀρχῆς Θουκ. 2. 63· πνεύματος Πλάτ. Νόμ. 865Β. 2) ἄρνησις, στέρησις, Ἀριστ. Ρητ. 3. 6, 7, Κατηγ. 8, 8, Μετὰ τὰ Φυσ. 3. 3, 11, κ. ἀλλ. ἴδε onitz… l… dic. A… ist. σ. 699· τὰ κατὰ στέρησιν λεγόμενα, ἀρνητικῶς, Χρύσιππ. παρὰ Διογ. Λ. 7. 190.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 privation, spoliation;
2 t. de rhét. ou de log. privation, négation ; prédicat négatif.
Étymologie: στερέω.
Ant. κατηγορία.

Greek Monotonic

στέρησις: ἡ (στερεύω), αποστέρηση, αφαίρεση, απογύμνωση από κάτι, σε Θουκ.· απόλ., άρνηση ρητορική, στέρηση, σε Αριστ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στέρησις -εως, ἡ [στερέω] het beroven, het ontnemen; met gen.. σ. πνεύματος het beroven van adem (d.w.z. het laten stikken) Plat. Lg. 865b. verlies, het kwijtraken:. ὀφθαλμῶν van ogen (d.w.z. blindheid) Hp. Epid. 1.2.6. log. en ret. ontkenning, negatie.

Russian (Dvoretsky)

στέρησις: εως ἡ
1) лишение, утрата (τινος Thuc., Plat., Arst.): σ. πατρίδος Plut. изгнание из отечества;
2) филос. лишенность, лишение (ἀπόφασις καὶ σ. Arst.): τὰ κατὰ στέρησιν λεγόμενα Chrysippus ap. Diog. L. отрицательные суждения.

Middle Liddell

στέρησις, εως, στερέω
deprivation, privation, of a thing, Thuc.: absol. negation, privation, Arist.