Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στήνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και στένω και σταίνω Ν
1. βάζω κάτι όρθιο, τοποθετώ κάτι με τρόπο ώστε να στέκεται όρθιο («στήνω το κοντάρι της σημαίας»)
2. εγκαθιστώ, ανεγείρω («οι σεισμόπληκτοι έστησαν καλύβες»)
3. ιδρύω («μαζεύτηκαν οι τρεις τους και έστησαν μια εταιρεία»)
4. ετοιμάζω, οργανώνω («ο σκηνοθέτης έστησε μια όμορφη θεατρική παράσταση»)
5. (σχετικά με μηχανήματα) συναρμολογώ και θέτω σε λειτουργίαστήνω τον αργαλειό»)
6. μτφ. κάνω κάποιον να περιμένει σε συνάντηση που όρισα μαζί του («με έστησες μια ώρα»)
7. μέσ. στήνομαι
α) σηκώνομαι όρθιος («στήθηκε μεμιάς και χύμηξε πάνω του»)
β) στέκομαι για πολλή ώρα όρθιος
8. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) στημένος, -η, -ο
μτφ. προσποιητός, φτειαχτός ή επιτηδευμένος («μού φάνηκε πολύ στημένο το χαμόγελό του»)
9. φρ. α) «στήνω ενέδρακαρτέρι]» — ενεδρεύω
β) «στήνω παγίδαξόβεργα]» — παγιδεύω
γ) «στήνω καβγά» — διαπληκτίζομαι, τσακώνομαι
δ) «στήνω χορό, γλέντι» — αρχίζω να χορεύω, να γλεντώ
ε) «στήνω αφτί» — κρυφακούω
στ) «στήνω μηχανή»
μτφ. εξαπατώ
ζ) «αγώνας στημένος» — αγώνας του οποίου η έκβαση έχει συμφωνηθεί από πριν, αλλ. αγώνας σικέ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ίστημι].