Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταυροπόδι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
1. το να κάθεται κάποιος στο έδαφος ή σε κάθισμα με τις κνήμες τοποθετημένες σταυρωτά
2. φρ. «κάθομαι σταυροπόδι» — κάθομαι με τις κνήμες σταυρωτά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σταυρός + πόδι].