Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταχυώδης

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: στᾰχῠώδης Medium diacritics: σταχυώδης Low diacritics: σταχυώδης Capitals: ΣΤΑΧΥΩΔΗΣ
Transliteration A: stachyṓdēs Transliteration B: stachyōdēs Transliteration C: stachyodis Beta Code: staxuw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A like ears of corn: cereal, τῶν σιτηρῶν τὰ σ. Thphr. HP1.14.2; πᾶν τὸ σ. ib.8.3.3; σ. κούρη the constellation Virgo (cf. στάχυς 1.3), Nonn.D.2.655.

German (Pape)

[Seite 931] ες, ährenartig; Theophr.; Nonn. D. 2, 653.

Greek (Liddell-Scott)

στᾰχυώδης: -ες, (εἶδος) ὁ ὅμοιος πρὸς στάχυν σίτου, ὁ ἐκ τοῦ εἴδους τῶν δημητριακῶν, τὰ σταχυώδη Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 14, 2., 8. 3, 3· - στ. κούρη, ὁ ἀστερισμὸς τῆς Παρθένου, Νόνν. Δ. 2. 655.

Greek Monolingual

-ῶδες, Α στάχυς, -υος]
1. (για τους καρπούς τών δημητριακών) όμοιος με στάχυ σταριού
2. φρ. «σταχυώδης κούρη» — ο αστερισμός της Παρθένου.