Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στερώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

στερῶ, -έω, ΝΜΑ
αφαιρώ από κάποιον κάτι (α. «του στέρησαν την ελευθερία του» β. «στερεῑν μισθόν», Ανθ.Παλ.)
νεοελλ.
παθ. στερούμαι
μού λείπει κάτι, κυρίως έχω έλλειψη αναγκαίων για τη ζωή μέσων, υποφέρω από ένδεια («έζησε στερημένη ζωή»)
αρχ.
(το απαρμφ. μέσ. παρακμ. με αρθρ.) τὸ ἐστερῆσθαι
κατάσταση αρνήσεως ή στερήσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. 'Αλλος τ. του στέρομαι κατά τα συνηρημένα (για ετυμολ. βλ. λ. στέρομαι)].