Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στεῖρα

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. → Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: στεῖρα Medium diacritics: στεῖρα Low diacritics: στείρα Capitals: ΣΤΕΙΡΑ
Transliteration A: steîra Transliteration B: steira Transliteration C: steira Beta Code: stei=ra

English (LSJ)

(A), ἡ, (στερεός) A forepart of a ship's keel, continued into the stem or cutwater, ἀμφὶ δὲ κῦμα στείρῃ πορφύρεον μεγάλ' ἴαχε Il.1.482, Od.2.428: cf. στείρωμα, στερέωμα 3, στήριγμα (στείρη only in An.Ox. 3.396). 2 a kind of bandage, Heliod. ap. Orib.48.20.12. II f.l. for σπεῖρα in Poll.2.31.
(B), ἡ, a cow or other animal A that has not brought forth young, στεῖραν βοῦν . . ῥέξειν Od.10.522; αἶγα στεῖραν PCair.Zen.429.15 (iii B.C.). II of women, barren, Diocl.Fr.29, LXX Ge.11.30, 25.21, Ev.Luc.1.7,36; Μοῖρα σ. AP7.468 (Mel.); στείρῃσι γυναιξί Orph.L.459; of women past childbearing, Hp.Mul.2.127: metaph., στεῖρα διάνοια, φύσις, ψυχή, Ph.1.441,636,478. 2 not having had offspring, virgin, Lyc.670, Luc.Tim.17. (Cf. Skt. starī΄s 'barren cow, heifer', Lat. sterilis.)

German (Pape)

[Seite 933] ἡ, ion. στείρη, der Hauptbalken des Schiffsbodens, der nach vorn in die Höhe gebogene, stark vorspringende Kielbalken; ἀμφὶ δὲ κῦμα στείρῃ μεγάλ' ἴαχε, Il. 1, 482 Od. 2, 428, einzeln bei Sp., wie Nonn.

French (Bailly abrégé)

1ας (ἡ) :
étrave d'un navire.
Étymologie: DELG ἵστημι « partie dure du navire qui se dresse ».
2ας;
adj. f.
stérile en parl. d'animaux.
Étymologie: p. *στέρjα, cf. lat. sterilis.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στεῖρα -ας, ἡ [~ στερεός] het voorste gedeelte van de kiel: voorsteven, sneb.

Russian (Dvoretsky)

στεῖρα:
I эп.-ион. στείρηστερεός мор. стем, форштевень (верхнее продолжение киля) Hom.
IIστεῖρος
1 яловка (βοῦς σ. Hom.);
2 бесплодная женщина NT.

Greek (Liddell-Scott)

στεῖρα: (Α), ἡ, (στερεὸς) ἡ ἰσχυρὰ δοκὸς ἡ ἀποτελοῦσα τοῦ πλοίου τὴν τρόπιν, μάλιστα δὲ τὸ κεκαλυμμένον μέρος αὐτῆς τὸ διασχίζον τὰ κύματα, Λατ. carina, ἀμφὶ δὲ κῦμα στείρῃ πορφύρεον μεγάλ’ ἴαχε Ἰλ. Α. 482, Ὀδ. Β. 428, πρβλ. Πολυδ. Α΄, 85· πρβλ. στείρωμα, στερέωμα, στήριγμα· ― τύπος τις στείρη μόνον ἐν τοῖς Ὀξων. Ἀνεκδ. 3. 396, Ἡσύχ. ΙΙ. παρὰ Πολυδ. Β΄, 31, πιθαν. ἡμαρτημ. γραφ. ἀντὶ σπεῖρ (ὡς νῦν διωρθώθη ἐν τελευταίαις ἐκδόσεσιν).

English (Autenrieth)

(1) (στερεός): unfruitful, barren. (Od.)
(2): fore part of the keel, stem, cut-water, Il. 1.482, Od. 2.428. (See cut No. 31, e.)

Greek Monolingual

(I)
η / στεῖρα, ΝΜΑ, ιων. τ. στείρη Α
νεοελλ.
ναυτ. ισχυρή χαλύβδινη δοκός ή χαλύβδινο κατασκεύασμα που υψώνεται κατακόρυφα από την τρόπιδα του σκάφους στο πρωραίο άκρο του και πάνω στην οποία καταλήγουν και καρφώνονται τα ελάσματα της εξωτερικής επένδυσης του πλοίου, κν. κοράκι (α. «κατακόρυφη στείρα» β. «ευθύγραμμη στείρα» γ. «καμπυλωμένη στείρα»)
μσν.-αρχ.
η τρόπιδα του πλοίου και μάλιστα το μέρος που διασχίζει τα κύματα
αρχ.
εσφ. γρφ. του σπείρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στεῖρα (< στερ-, πρβλ. πρῷρα), με τεχνική σημ., ανάγεται στη ρίζα ster- τoύ στερεός (βλ. λ. στερεός)].
(II)
και στεῖρος, ἡ, Α
1. αυτή που δεν έχει ακόμη αποκτήσει παιδιά, η παρθένος
2. αυτή που έχει περάσει πλέον την ηλικία της αναπαραγωγής.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στεῖρα (< στερ- ) ανάγεται στην ΙΕ ρίζα ster- «άγονος, στείρος» (βλ. και λ. στερεός) και συνδέεται με τα αρμεν. sterj «στείρα», αρχ. ινδ. starĩ- και με επίθημα -lis, το λατ. sterilis. Από το θηλ. στεῖρα σχηματίστηκε υποχωρητικά το επίθ. στείρος, -α, -ο(ν). Ο αρχ. τ., τέλος, του θηλ. στεῖρος οφείλεται σε μετρικούς λόγους].

Greek Monotonic

στεῖρα: (Α), ἡ (στερεός), καρίνα πλοίου, ιδίως το κοίλο μέρος της που διασχίζει τα κύματα, Λατ. carina, σε Όμηρ.
στεῖρα: (Β), ἡ, αγελάδα που δεν έχει γεννήσει μοσχαράκι, σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για γυναίκα, στείρα, αυτή που δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά, στέρφα, άτεκνη, σε Καινή Διαθήκη, Ανθ.

Frisk Etymological English

1.
Grammatical information: adj.
Meaning: infertile, of cow, goat, woman, also metaph. (Od., Hp., hell. a. late), virginal (Lyc., Luc.), second. στεῖρος (E. Andr. 711 as v.l. to στερρός), εὑνούχους στείρους (Man.), κατάστειρος (Vett. Val.; cf. κάτ-ισχνος a.o.).
Derivatives: στειρ-ώδης (looking) infertile (Hp., sp.), -όομαι, -όω to become resp. to make infertile resp. (LXX, Phld., Ph. a.o.) with -ωσις, -ωτικός; -εύω to be infertile (Gal.).
Origin: IE [Indo-European] [1031] *ster-ih₂ infertile
Etymology: Formation like πίειρα, χίμαιρα, μοῖρα a.o. (Schwyzer 494, Chantraine Form. 98). Old designation of an infertile animal, also of an infertile woman, in several languages retained. With στεῖρα agree esp. well Arm. sterǰ infertile from *ster-i̯- (as anurǰ: ὄνειρος; diff. Pedersen KZ 38, 244 a.o.; s. WP. 2, 640) and Skt. starī́-ḥ infertile cow, all from *ster-ih₂. Another formation is seen in Lat. sterilis infertile (after gracilis, fertilis? Leumann Glotta 42, 118 against Mastrelli), Germ., e.g. Goth. staírō f. infertile woman (innovation; Schulze Kl. Schr. 60 n. 6), Alb. shtjerrë joung cow, lamb (-rr- polyinterpr., cf. Mann Lang. 28, 37) a.o. -- Further forms w. lit. in WP. l.c., Pok. 1031 and esp. W.-Hofmann s. sterilis. See Eichner, Sprache 20 (1974) 26-39. Cf. στερεός, στέριφος.
2.
Grammatical information: f.,
Meaning: forepart of the keel, stem (Α 482 = β 428), = τὸ ἐξέχον τῆς πρῴρας ξύλον κατὰ την τρόπιν H.; enlarged στείρωμα = τρόπις H.
Other forms: Dat. -ρῃ.
Derivatives: ἀνά-στειρος with the prow pointing up, with a high stem (Plb.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Like 1. στεῖρα old feminine formation (cf. esp. the semant. close πρῳ̃ρα), beside στερεός (s.v.); so prop. "the rising up stiff " v. t.; the word is then identical to στεῖρα 1.

Middle Liddell

1
a ship's keel, esp. the curved part of it, cutwater, Lat. carina, Hom.
2
a cow that has not calved, Od.: of a woman, barren, NTest., Anth. [from στεῖρος

Frisk Etymology German

στεῖρα: 1.
{steĩra}
Grammar: f.
Meaning: unfruchtbar, von Kuh, Ziege, Frau, auch übertr. (Od., Hp., hell. u. sp.), jungfräulich (Lyk., Luk.), sekund. στεῖρος (E. Andr. 711 als v.l. zu στερρός), εὐνούχους στείρους (Man.), κατάστειρος (Vett. Val.; vgl. κάτισχνος u.a.).
Derivative: Davon στειρώδης unfruchtbar aussehend, unfruchtbar (Hp., sp.), -όομαι, -όω ‘unfruchtbar werden bzw. machen’ (LXX, Phld., Ph. u.a.) mit -ωσις, -ωτικός; -εύω unfruchtbar sein (Gal.).
Etymology: Bildung wie πίειρα, χίμαιρα, μοῖρα u.a. (Schwyzer 494, Chantraine Form. 98). Alte Bezeichnung eines unfruchtbaren Tieres, auch einer unfruchtbaren Frau, in mehreren Sprachen erhalten. Zu στεῖρα stimmen besonders gut arm. sterǰ unfruchtbar aus *ster-- (wie anurǰ: ὄνειρος; anders Pedersen KZ 38, 244 u.a.; s. WP. 2, 640) und aind. starī́- unfruchtbare Kuh. Andere Bildung zeigen lat. sterilis unfruchtbar (nach gracilis, fertilis? Leumann Glotta 42, 118 gegen Mastrelli), germ., z.B. got. staírō f. unfruchtbare Frau (Neubildung; Schulze Kl. Schr. 60 A. 6), arm. shtjerrë junge Kuh, Lamm (-rr- mehrdeutig, vgl. Mann Lang. 28, 37) u.a. — Weitere Formen m. Lit. bei WP. a. O., Pok. 1031 und bes. W.-Hofmann s. sterilis. Vgl. στερεός, στέριφος.
Page 2,783
2.
{steĩra}
Forms: Dat. -ρῃ
Grammar: f.,
Meaning: Vorderkiel, Vorsteven (Α 482 = β 428), = τὸ ἐξέχον τῆς πρῴρας ξύλον κατὰ τὴν τρόπιν H.; erweitert στείρωμα = τρόπις H.
Derivative: Davon ἀνάστειρος mit dem Steven nach oben gerichtet, mit hohem Vorsteven (Plb.).
Etymology: Wie 1. στεῖρα alte Femininbildung (vgl. besonders das sinnverwandte πρῳ̃ρα), u. zw. neben στερεός (s.d.); somit eig. "die starr Aufragende" o. ä.
Page 2,783

Chinese

原文音譯:ste‹nroj 士帖羅士
詞類次數:形容詞(4)
原文字根:不能生育的 相當於: (עָקָר‎)
字義溯源:不生育的,不生產的,不懷孕的;源自(στερεός)=堅硬的),而 (στερεός)出自(ἵστημι)*=站)
出現次數:總共(4);路(3);加(1)
譯字彙編
1) 不生育的(2) 路1:36; 路23:29;
2) 不懷孕(1) 加4:27;
3) 不生育(1) 路1:7