Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στιλπνός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: στιλπνός Medium diacritics: στιλπνός Low diacritics: στιλπνός Capitals: ΣΤΙΛΠΝΟΣ
Transliteration A: stilpnós Transliteration B: stilpnos Transliteration C: stilpnos Beta Code: stilpno/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A glittering, glistening, ἔερσαι Il.14.351; ὀφθαλμοί Arist.Phgn.812b11; of cosmetics, Dsc.5.84 (Sup., v.l.): αὐγὰς -οτέρας τοῦ χρυσίου Jul.Or.4.150c: Sup., D.Chr.35.23; μαργαρῖται Luc.Im. 9.

German (Pape)

[Seite 943] glänzend, blinkend, schimmernd; ἐέρσαι, Il. 14, 351; Luc. imagg. 9 Gymnas. 29.

Greek (Liddell-Scott)

στιλπνός: -ή, -όν, λαμπρός, λάμπων, «γυαλιστερός», ἔερσαι Ἰλ. Ξ. 351· ὀφθαλμοὶ Ἀριστ. Φυσιογ. 6. 38· μαργαρῖται Λουκ. Εἰκόν. 9. ἐπὶ μέσων καλλυντικῶν, Διοσκ. 5. 99.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
brillant.
Étymologie: στίλβω.

English (Autenrieth)

sparkling, Il. 14.351†.

Greek Monolingual

-ή, -ό / στιλπνός, -ή, -όν, ΝΑ
αυτός που στίλβει, που λάμπει, αστραφτερός, λαμπρός, λαμπερός, γυαλιστερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. στιλπ- (βλ. λ. στίλβω) + επίθημα -νός (πρβλ. τερπ-νός)].

Greek Monotonic

στιλπνός: -ή, -όν (στίλβω), αυτός που λάμπει, που αστράφτει, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

στιλπνός: στίλβω блистающий, сверкающий (ἔερσαι Hom.; ὀφθαλμοί Arst.; μαργαρῖται Luc.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στιλπνός -ή -όν [~ στίλβω] glanzend, blinkend, schitterend.

Frisk Etymological English

See also: s. στίλβω

Middle Liddell

στιλπνός, ή, όν στίλβω
glittering, glistening, Il.