Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στοιχειώδης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: στοιχειώδης Medium diacritics: στοιχειώδης Low diacritics: στοιχειώδης Capitals: ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗΣ
Transliteration A: stoicheiṓdēs Transliteration B: stoicheiōdēs Transliteration C: stoicheiodis Beta Code: stoixeiw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A elementary, of the nature of an element, Arist.GC315a24 (Comp.), Phld.Rh.1.69 S., al., Plu.2.1004a (Comp.), Gal.1.506, 6.384, al.: Sup. -έστατος Arist.Metaph. 988b35, Hierocl. in CA20p.465M.: esp. of Grammar, τὰ σ. μόρια D.H.Th.22; of the numbers from 1 to 9, Theol.Ar.57. Adv. -δῶς Demetr.Lac.Herc.1647.24, D.L.7.131, 10.34.    2 v. στοιχώδης.

German (Pape)

[Seite 946] ες, zu den Anfangsgründen oder Elementen gehörig, elementarisch, Arist. u. Folgende, wie Plut. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

στοιχειώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς στοιχεῖον, ἀποτελῶν τὴν ἀρχικὴν βάσιν, Ἀριστ. π. Γεν. καὶ Φθορ. 1. 1, 15· ὑπερθετ. στοιχειωδέστατος ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 8, 3· συγκρ. -έστερος Πλούτ. 2. 1004Α· μάλιστα τῆς γραμματικῆς, τὰ στ. μόρια Διον. Ἁλ. π. Θουκ. 22. - Ἐπίρρ. -δῶς, Διογ. Λ. 7. 131., 10. 34. - Πρβλ. στοιχώδης.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
élémentaire;
Cp. στοιχειωδέστερος.
Étymologie: στοιχεῖον, -ωδης.

Greek Monolingual

-ες / στοιχειώδης, -ῶδες ΝΑ στοιχεῑον
αυτός που αποτελεί την πρώτη βάση, τα πρώτα στοιχεία, βασικός, θεμελιώδης (α. «η ελευθερία του ατόμου είναι στοιχειώδες δικαίωμα» β. «στοιχειωδέστατον πάντων γῆ», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. αυτός που απαιτείται ή επιβάλλεται κατά πρώτο λόγο, πρωτεύων, κύριος, πρωταρχικός, ουσιώδης (α. «στοιχειώδης ευγένεια και συμπεριφορά» β. «στοιχειώδης παράλειψη»)
2. (για σύγγραμμα) αυτός που παρέχει τις θεμελιώδεις αρχές ενός μαθήματος (α. «στοιχειώδης άλγεβρα» β. «στοιχειώδης γραμματική»)
3. φρ. α) «στοιχειώδες ηλεκτρικό φορτίο»
(ηλεκτρ.) η ελάχιστη ποσότητα ηλεκτρικού φορτίου που εμφανίζεται στη φύση και είναι ίση με το ηλεκτρικό φορτίο του ηλεκτρονίου, δηλαδή 1, 602 x 10-19 κουλόμπ
β) «στοιχειώδης εκπαίδευση» — η πρώτη βαθμίδα της παραδοσιακής εκπαίδευσης η οποία, ανάλογα με τη χώρα, αρχίζει στα 5-7 έτη και τελειώνει στα 11-13 έτη, αλλ. βασική ή πρωτοβάθμια εκπαίδευση
γ) «στοιχειώδη σωματίδια»
φυσ. i) μικροσκοπικά σωματίδια τα οποία δεν αποτελούνται από άλλα συστατικά και είτε συνιστούν τους θεμελιώδεις δομικούς λίθους της ύλης είτε είναι οι φορείς τών θεμελιωδών δυνάμεων στη φύση
ii) υποατομικά ή υποπυρηνικά σωματίδια, δηλαδή σωματίδια που είναι μικρότερα από τα άτομα ή τους πυρήνες τους
δ) «στοιχειώδης άλγεβρα» — η άλγεβρα που εξετάζει τις ιδιότητες αυθαίρετων αριθμών.
επίρρ...
στοιχειωδώς / στοιχειωδῶς ΝΑ
κατά τρόπο στοιχειώδη
αρχ.
1. κατά την μορφή τών πρώτων στοιχείων («τοῡ ὕδατος καὶ τοῡ ἀέρος καὶ πάντων στοιχειωδῶς ὑποβεβλημένων», Γρηγ. Νύσσ.)
2. σε γενικές γραμμές, περιεκτικώς («ἐν κεφαλαίοις λελέχθω και στοιχειωδῶς», Διογ. Λαέρ.).

Russian (Dvoretsky)

στοιχειώδης: являющийся первоначалом, относящийся к числу стихий (основных элементов) (ὕδωρ Plut.): στοιχειωδέστατος πάντων Arst. самый основной из всех, наипервейший.